«Δεν έχω τις ματαιοδοξίες της αρχής» – Οταν ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας μιλούσε για τα όνειρά του, τη νέα γενιά και το τραγούδι

0
9

Ο πρώτος του δίσκος ήταν το «Help» των Beattles, που αγόρασε στα εννιά του χρόνια, και τρία χρόνια μετά το «Revolver», είχε εξομολογηθεί σε μια συνέντευξή του στην «Κ», στη δημοσιογράφο Γιώτα Συκκά. Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας που τόσο αναπάντεχα έφυγε σήμερα 9/9 από τη ζωή σε ηλικία 63 ετών από καρδιακή ανακοπή, έχει καταγραφεί ως τραγουδοποιός της ροκ ελληνικής σκηνής από τα 20 του χρόνια που άρχισε με τα συγκροτήματα – κι ας έζησε για λίγο την εμπειρία των αντάρτικων τραγουδώντας με τον Πάνο Τζαβέλα μετά τη θητεία του στον στρατό. Ηταν ένας καλλιτέχνης που αφουγκραζόταν την εποχή του, ανοιχτός σε συνεργασίες, αγαπητός στους συναδέλφους του, ένας τραγουδοποιός που αφήνει πίσω του σπουδαίο έργο, τραγούδια αγαπημένα, κλασικά. Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας δεν μασούσε τα λόγια του, μιλούσε με πάθος για όλους και για όλα, είχε το θάρρος της γνώμης του και πάντοτε στις συνεντεύξεις του έπαιρνε θέση για όλα όσα απασχολούσαν την ελληνική κοινωνία.

Εχει πει:

Για την κρίση και τους καλλιτέχνες: «Η κρίση σε γιγαντώνει, η ευμάρεια και το ρούφηγμα του καναπέ σε κάνουν βλάκα. Κάτι θα βγει λοιπόν απ’ όλα αυτά. Εμείς σαν λαός γενικά ξεφεύγουμε. Για πολλούς άνεση σήμαινε αύξηση των μποντιμπιλντεράδων στη Μύκονο. Ομως αυτή δεν ήταν η γενική συμπεριφορά. Αυτό ήταν το κιτς του DNA μας. Ο πολύς κόσμος διψούσε για μια καλύτερη ζωή. Είναι τόσο τρομερό να έχεις ένα σπίτι και ένα εξοχικό; Ούτε την ανθρωπότητα καταστρέψαμε ούτε τίποτε άλλο. Αλλά μας στιγματίζει η συμπεριφορά του 10% που ξέφυγε. Λένε μερικοί για τις καγιέν. Μα μήπως δεν τις πουλούσαν; Δεν μας βομβάρδιζαν από το πρωί μέχρι το βράδυ με τα αυτοκίνητα, όπως συμβαίνει τώρα με τα κινητά; Εδώ πιάνω τον εαυτό μου κάποιες στιγμές ενώ έχω ένα, να θέλω άλλα τέσσερα. Ας θυμηθούμε τι έκαναν οι τράπεζες, πώς μας πολιορκούσαν με τα δάνεια, τις κάρτες που έστελναν στο σπίτι χωρίς να τις ζητάμε. Πώς να αντισταθείς;».

Για το παρελθόν και το μέλλον: «Θυμάμαι παιδί πηγαίναμε με τη μητέρα μου στην έκθεση ελληνικών προϊόντων. Εβλεπα ελληνικά ψυγεία, κουζίνες, τώρα δεν παράγουμε ούτε αυτά. Κλείσαμε τα εργοστάσια που είχαμε και δεν παράγουμε τίποτε. Βγάλαμε όλες τις καλλιέργειες και βάλαμε βαμβάκι με το ζόρι. Κάτι ανάλογο συνέβη με τη μουσική: ξερίζωσαν τα διαφορετικά είδη και έβαλαν ένα. Τα live μας κρατάνε ζωντανούς. Η αλήθεια είναι πως οι αλλαγές που έφερε η κρίση άλλαξαν και συνήθειες χρόνων. Τώρα πια οι περισσότεροι συνάδελφοί του γυρίζουν κάθε γωνιά της επαρχίας, ενώνουν τις δυνάμεις τους, κάτι που δεν το έκαναν παλιά, περιορίζουν τις απαιτήσεις… Πρέπει να γίνει έτσι γιατί δεν γίνεται αλλιώς.

Για τα είδη του τραγουδιού: «Θέλω κάθε είδος να έχει τη θέση που του ανήκει στην πίτα. Και παλιότερα υπήρχε το φτηνό, αλλά έφτανε ώς ένα σημείο. Τι έφταιξε και μαζί με τις λαϊφστάιλ συμπεριφορές και την αρωγή της τηλεόρασης εμφανίστηκε ως κυρίαρχο ρεύμα; Εφταιξε το δικό μας δήθεν. Δεν μπορεί όλα να είναι Στραβίνσκι και όποιος δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία να τον στέλνεις στο πυρ το εξώτερον».

Για τις περιπέτειες που είχε με την υγεία του (είχε ιστορικό καρδιοπάθειας): «Εχω αναθεωρήσει πολλά. Ισως γιατί συνέπεσε με μια περίοδο της ζωής μου που έχασα αγαπημένα πρόσωπα όπως τον αδελφό μου. Βλέποντας την κόρη μου να μεγαλώνει, βλέπω τον κόσμο να προχωράει».

Για τα όνειρά του: «Να έχω διάθεση να τραγουδάω και να είναι καλά η κόρη μου. Δεν έχω τις ματαιοδοξίες της αρχής. Θέλω απλώς να ζω αξιοπρεπώς».

Για τη νέα γενιά: «Οι νέες ιδέες θα στηρίξουν τη γενιά των παιδιών μας. Δεν χρειάζεται να είναι αριστούργημα, αρκεί που θα είναι καινούργιες. Καλύτερα φρέσκος γαύρος παρά μπαγιάτικη τσιπούρα. Και εκείνα πρέπει να έχουν υπομονή και γερό στομάχι».

 

kathimerini.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ