Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ “ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗΣ ΓΕΝΙΑΣ” ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΧΉ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΑΓΈΝΝΗΣΗ

0
158

     Γράφει ο Μίλτος Σακελλάρης 

1974 Μεταπολίτευση. Τα χρόνια της αμφισβήτησης, τα ωραία χρόνια. Τα ζήσαμε όλοι σαν μαθητές, φοιτητές, νέοι εργάτες. Είχαμε όλοι μια δύναμη που στίβαμε ακόμη και την πέτρα. Συλλογικότητες, σωματεία, φοιτητικοί σύλλογοι, παράνομες μαθητικές κοινότητες, πολιτιστικοί σύλλογοι, οργανώσεις, κόμματα, πρωτόγνωρες καταστάσεις. Μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις που εξέπεμπαν έναν ηλεκτρισμό και μια ενέργεια κι όλοι το νιώθαμε το ξέραμε, δε μας αξίζει αυτή η ζωή θα την αλλάξουμε. Κάναμε την αρχή, αντισταθήκαμε κι αλλάξαμε αντιλήψεις και νοοτροπίες που είχαν γεννηθεί στη συντηρητική ελληνική κοινωνία μετά την ήττα της εθνικής αντίστασης και το τέλος του εμφυλίου. Ερωτευτήκαμε και διασκεδάζαμε με τον δικό μας τρόπο, πιάναμε το χέρι της /του συντρόφου μας και υψώναμε τη γροθιά μας ακούγοντας Θεοδωράκη, Λοΐζο Λεοντή, τις παράνομες κασέτες του Άσιμου και άλλους συντρόφους συνθέτες. Ζήσαμε τη μαγεία της ερωτικής ατμόσφαιρας των μπουάτ και την επαναστατική ατμόσφαιρα στο Λημέρι, στο Ταμπούρι και αλλού με τη φωνή του Παπακωνσταντίνου «Ο Άρης κάνει πόλεμο» και φανταζόμαστε τον εαυτό μας με γενειάδα πάνω σε ένα άσπρο άλογο και με τον «Κυρ Παντελή» του Πάνου Τζαβέλα να μισούμε τον σάπιο μικροαστικό κόσμο του, πάντα με μπροστάρη κι οδηγό τη γενιά της Εθνικής Αντίστασης, του Δημοκρατικού Στρατού και του Ένα Ένα Τέσσερα. Ήμασταν η γενιά της αμφισβήτησης, η γενιά της μεταπολίτευσης, αυτή που θα άλλαζε τον κόσμο.

Πέρασαν τα χρόνια, μεγαλώσαμε κι «ωριμάζαμε». Είχαμε τις δουλειές μας, άλλοι καλύτερες, άλλοι χειρότερες, τα όνειρα μας άρχισαν να ξεθωριάζουν, οι αγώνες και οι απεργίες, με λίγες εξαιρέσεις, έγιναν ευκαιρία για κουβεντούλα, για καφέ, για σουβλάκια στο Μοναστηράκι.

Οι συλλογικότητες από ζωντανά κύτταρα πάλης εξελίχθηκαν σε στείρα όργανα αντιπαραθέσεων για το ποιος θα καπελώσει ποιον, μακριά κι έξω από τις πραγματικές ανάγκες του λαού. Η καθημερινότητά μας, ακόμα και η πολιτική μας δράση για όσους αντέχανε ακόμα, έγινε μία πεζή γραφειοκρατική ρουτίνα. Ακόμα κι ο έρωτάς μας έγινε «οικογένεια» κι έφερε στη ζωή τους νέους απογόνους μας.

Και τότε ξαφνικά έγινε το θαύμα… Αντιληφθήκαμε ότι γίναμε γονείς, για πρώτη φορά στην ανθρωπότητα υπήρξαν πατέρας και μάνα κι αυτοί ήμασταν εμείς. Τώρα πια είχαμε τεράστιες ευθύνες απέναντι στον εαυτό μας κι απέναντι στα παιδιά μας. Έπρεπε να τους δώσουμε εφόδια μη τυχόν και γίνουνε εργάτες, να τους εξασφαλίσουμε μία καλύτερη ζωή και μαζί με αυτά να ζήσουμε κι εμείς καλύτερα. Έτσι, αποκτήσαμε σπίτι, τηλεόραση, πλυντήριο, αυτοκίνητο, τις περισσότερες φορές πάνω από τις δυνάμεις μας με δόσεις και με δάνεια.  Στείλαμε τα παιδιά μας για να έχουνε εφόδια στο μπαλέτο, στα οργανωμένα αθλήματα, σε δύο ακόμα και τρεις ξένες γλώσσες, στα φροντιστήρια,  φροντιστήρια ακόμα και στις τάξεις του Δημοτικού.

Μα θα πει κάποιος είναι κακό αυτό; Δεν πρέπει να προσπαθούμε για το καλύτερο: σε ένα μεγάλο  βαθμό είναι δικαιολογημένο, ιδιαίτερα για τη γενιά τη δικιά μας, που από το μπάνιο μέσα σε μία σκάφη φτάσαμε να βλέπουμε τις αγαπημένες μας ομάδες στην «έξυπνη»  τηλεόραση.  Από την άλλη βέβαια, είναι απόλυτα κατανοητό και το δικαίωμά μας στην κατανάλωση του πλούτου που εμείς παράγουμε. Έχει σημασία, όμως, πώς γίνεται αυτό. Είναι μία συλλογική προσπάθεια της κοινωνίας ή μια ατομική βάζοντας υποθήκη στις τράπεζες το μέλλον το δικό μας και των παιδιών μας;  Είναι εφόδια για τα παιδιά μας όταν αυτή η προσπάθεια στερεί από αυτά την παιδικότητα και τον ελεύθερο χρόνο; Εμείς επιλέξαμε την ατομική προσπάθεια, εκεί όμως ελλοχεύει ένας αόρατος εχθρός, ο ιός του μικροαστισμού και δυστυχώς αυτό που έμεινε  από τη μαγεία των μπουάτ είναι ότι γίναμε εμείς και «έντιμοι» και «Παντελήδες».

Τα χρόνια όμως πέρασαν, τα παιδιά μας μεγάλωσαν, πολλοί από εμάς έχουμε και εγγόνια. Τα πράγματα, ωστόσο, αντιστράφηκαν, εμείς από την σκάφη στην «έξυπνη» τηλεόραση και τα παιδιά μας από την «έξυπνη» τηλεόραση σχεδόν στον απόλυτο αποκλεισμό τους από τη δυνατότητα στην κατανάλωση. Τα βλέπουμε να μην μπορούν να χαρούν, να μην έχουν δουλειά, να δουλεύουν για τριακόσια και πεντακόσια ευρώ, χωρίς καμιά προοπτική, να φεύγουν στο εξωτερικό μετανάστες, να σκέφτονται να παντρευτούν να κάνουν παιδιά, ακόμα και να ερωτευτούν.

Όλα αυτά τα χρόνια των μνημονίων και της «πανδημίας» μας παίρνουν τη ζωή μέσα απ’ τα χέρια μας και στερούν από τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας ακόμα και τα όνειρα.

Εκβιάζουν τα παιδιά μας να αποδεχτούν την τραγική αυτή πραγματικότητα, το μαύρο μέλλον που τους υπόσχονται χωρίς ντροπή, εκμεταλλευόμενοι την αγάπη τους σε εμάς για να μην αρρωστήσουμε και πεθάνουμε. Έχουμε μπει σε ένα σκοτεινό τούνελ, όπου ο μοναδικός τρόπος να δούμε φως είναι να γίνουμε εμείς οι ίδιοι ένας ένας ξεχωριστά αυτόφωτα όντα με τη φλόγα της εξέγερσης, που  ‘όμως με την ενότητά μας θα φωτίσει και θα διαλύσει τη σκοτεινιά. Μέσα σε αυτή την κατάσταση που εκ των πραγμάτων είναι η μήτρα της αυριανής εξέγερσης, των αυριανών αγωνιστών και επαναστατών, εμείς η γενιά της μεταπολίτευσης τι κάνουμε;

Είμαστε εγκλωβισμένοι στο σπίτι μας, προσέχουμε, ο φόβος και ο τρόμος έχει φωλιάσει στο μυαλό και στην καρδιά μας. Η αγωνία μας είναι να μην αρρωστήσουμε και πεθάνουμε από κορονοϊό. Τα παιδιά μας αποδεικνύουν την αγάπη τους, χάνουν τα όνειρά τους προσέχοντας εμάς κι εμείς με τη σειρά μας κάνουμε ακριβώς το ίδιο πράγμα, προσέχουμε εμάς. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης; Μπορεί… Εγωισμός; Μάλλον… Κανένας δεν αμφιβάλλει ότι αγαπάμε τα παιδιά και τα εγγόνια μας. Ο «κυρ Παντελής», όμως, που έχει κάτσει μέσα μας χρόνια τώρα μας έμαθε να αγαπάμε τους κοντινούς μας ανθρώπους μέσα από την εγωιστική αγάπη για τον εαυτό μας.

Μήπως τώρα είναι ο καιρός να σπάσουμε αυτόν τον εγωισμό και αυτή τη μορφή αγάπης που εκδηλώνουμε γύρω μας; Μήπως είναι καιρός να μπούμε στην πρώτη γραμμή του αγώνα για να υπερασπιστούμε τη ζωή μας και τα όνειρα των παιδιών μας;

Στον χωρίς ντροπή εκβιασμό που κάνουν στα παιδιά μας, ήρθε η ώρα να απαντήσουμε  ότι εμείς δε φοβόμαστε το θάνατο προκειμένου να μπορούν τα παιδιά και τα εγγόνια μας να ονειρεύονται. Απέναντι στον εκβιασμό τους να απαντήσουμε όχι με κινήσεις συμβολικού χαρακτήρα αλλά με μαζικές κινητοποιήσεις σαν κι αυτές στη Λειψία της Γερμανίας, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Λατινική Αμερική, στο εφετείο για τη Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα.

Τώρα είναι ο καιρός να ξεριζώσουμε τον «κυρ Παντελή» από το μυαλό και την καρδιά μας και στη θέση του να βάλουμε, όπως λέει κι ο κρητικός ποιητής «και στην ψυχή παράχωστο φωτιά κι αστροπελέκι». Ένα είναι σίγουρο ότι σύντομα θα δούμε τον πρωτοκαπετάνιο πάνω στο άλογό του μαζί με τον Τζαβέλα και τους μαυροσκούφηδες να κατεβαίνουν από τα ελεύθερα βουνά.

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ

 

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ