Η Διάσκεψη της Γιάλτας. Η πραγματικότητα πίσω από τις θεωρίες για “μοίρασμα του κόσμου”

0
29

Στην προηγούμενη συνάντηση των Τριών Μεγάλων το επίκεντρο της συζήτησης ήταν ο πόλεμος, στη Γιάλτα οι τρεις ηγέτες επικεντρώθηκαν σταθερά στην αναδυόμενη μεταπολεμική τάξη. Ο Στάλιν είχε κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένος με τα αποτελέσματα της Γιάλτας. Σε κάθε σχεδόν ζήτημα πολιτικής η Σοβιετική θέση είχε επικρατήσει.

Στις 4 Φλεβάρη 1945 ξεκίνησε η διάσκεψη της Γιάλτας, κατά την οποία ελήφθησαν πολύ σημαντικές αποφάσεις τόσο για τον πόλεμο που έφθανε στο τέλος του, όσο κυρίως για το μέλλον του μεταπολεμικού κόσμου και ιδίως της Ευρώπης. Πολύς κόσμος, αλλά και μερίδα της ιστοριογραφίας, αντιμετωπίζει τη διάσκεψη με μια αγοραία και συνωμοσιολογική αντίληψη, που συνοψίζεται στη φράση “οι μεγάλοι μοίρασαν τον κόσμο”.

Η αλήθεια είναι πως αφενός εκείνο που πραγματικά έκρινε την μεταπολεμική Ευρώπη, ήταν στρατιωτική ισχύς καθενός από τους συμμάχους σε συνδυασμό με τις συνθήκες στο εσωτερικό των χωρών που απελευθέρωναν. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, οι πράγματι κρίσιμες αποφάσεις της Γιάλτας θα παρέμεναν κενό γράμμα. Αφετέρου η γενική αίσθηση που υπήρχε μετά τη διάσκεψη, ήταν πως η ΕΣΣΔ κατόρθωσε να περάσει, με παραχωρήσεις ασφαλώς, τις απόψεις της σε μια σειρά κρίσιμα ζητήματα. Ίσως σε κάποιο βαθμό η αισιοδοξία που εξέφραζε ο σοβιετικός τύπος αλλά και αξιωματούχοι που μετείχαν στη διάσκεψη να συνιστούσε υποτίμηση της διάθεσης και της δυνατότητας των αντιπάλων να ανασχέσουν το συσχετισμό δυνάμεων, αλλά και μια υπερτίμηση του ίδιου του συσχετισμού από σοβιετικής πλευράς.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι ως αποτύπωμα της στιγμής, η Διάσκεψη της Γιάλτας σηματοδοτούσε μια νέα εποχή στις διεθνείς σχέσεις, στην οποία ο ρόλος της ΕΣΣΔ αλλά και προσωπικά του ηγέτη της Ιωσήφ Στάλιν αναδεικνυόταν πρωταγωνιστικός. Τα αποσπάσματα που επιλέξαμε να μεταφράσουμε προέρχονται από το βιβλίο του αστού ιστορικού Geoffrey Roberts “Οι πόλεμοι του Στάλιν. Από τον Παγκόσμιο στον Ψυχρό Πόλεμο 1939-1953”, όπου παρουσιάζονται με νηφάλιο τρόπο κάποια βασικά σημεία της συνδιάσκεψης, καθώς και η σοβιετική αποτίμηση της την επαύριο των αποφάσεών της.

Η Γιάλτα ή αλλιώς Διάσκεψη της Κριμαίας όπως την αποκαλούσαν οι Σοβιετικοί, ήταν μια πολύ μεγαλύτερη υπόθεση από την Τεχεράνη (τη διάσκεψη της Τεχεράνης, 1943 σ.τ.Μ). Οι αντιπροσωπείες ήταν μεγαλύτερες και περιλάμβαναν πιο σημαντικούς αξιωματούχους. […] Οι συζητήσεις είχαν μεγαλύτερο εύρος και πολύ περισσότερες αποφάσεις ελήφθησαν απ’ό,τι στην Τεχεράνη. Στην προηγούμενη συνάντηση των Τριών Μεγάλων το επίκεντρο της συζήτησης ήταν ο πόλεμος, στη Γιάλτα οι τρεις ηγέτες επικεντρώθηκαν σταθερά στην αναδυόμενη μεταπολεμική τάξη. Το ίδιο το μέρος ήταν κάπως εξωπραγματικό: Το τσαρικό ανάκτορο Livadia του Νικολάου Β’ με 50 δωμάτια στην λουτρόπολη της Γιάλτας στην Κριμαία.Είχε υποστεί σοβαρές βλάβες στη διάρκεια της κατοχής της Κριμαίας, αλλά οι Ρώσοι επισκεύασαν το παλάτι όσο καλύτερα μπορούσαν. Όπως και στην Τεχεράνη υπήρχαν διμερείς συναντήσεις μεταξύ των Τριών Μεγάλων καθώς και τριμερείς ολομέλειες. Ο πρώτος σταθμός του Στάλιν στις 4 Φλεβάρη 1945 ήταν ο Τσώρτσιλ. Αμφότερες οι σοβιετικές και οι δυτικές δυνάμεις πολεμούσαν τώρα στη Γερμανία και οι δυο ηγέτες είχαν μια σύντομη ανταλλαγή απόψεων για την πρόοδο των μαχών εκεί. Στη συνέχεια ο Στάλιν συνάντησε το Ρούζβελτ και είχε μια πιο εκτενή συζήτηση με τον πρόεδρο, κατά την οποία οι δυο τους συνέχισαν να αντιδικούν για τον Ντε Γκώλ, όπως είχαν κάνει στην Τεχεράνη. Η πρώτη ολομέλεια ξεκίνησε στις 5 μ.μ εκείνης της μέρας, με το Στάλιν να προσκαλεί το Ρούζβελτ να ανοίξει τη διαδικασία, κάτι που έκανε λέγοντας πως οι συμμετέχοντες είχαν ήδη μια καλή αλληλοκατανόηση και θα έπρεπε να είναι ειλικρινείς. Μετά η ολομέλια ασχολήθηκε με μια ανταλλαγή πληροφοριών και απόψεων για την στρατιωτική κατάσταση στα διάφορα μέτωπα.

Το ανάκτορο Livadia, όπου έλαβε χώρα η Διάσκεψη της Γιάλτας

Η πρώτη πραγματικά πολιτική συζήτηση έλαβε χώρα στη δεύτερη ολομέλεια στις 5 Φλεβάρη. Το θέμα ήταν το μέλλον της Γερμανίας, και ο Στάλιν πίεσε στκληρά για μια οριστική δέσμευση για το διαμελισμό της Γερμανίας. “Προφανώς είμαστε όλοι υπέρ του διαμελισμού της Γερμανίας”, είπε στον Τσώρτσιλ και το Ρούζβελτ. “Αλλά είναι ανάγκη να το σχηματοποιήσουμε υπό μορφή αποφάσεων. Εκείνος, ο σύντροφος Στάλιν, προτείνει να πάρουμε τέτοιες αποφάσεις στη σημερινή συνάντηση”. Αναφερόμενος στις συζητήσεις του με τον Τσώρτσιλ στη Μόσχα τον Οκτώβρη του 1944, ο Στάλιν σημείωσε ότι εξαιτίας της απουσίας του Ρούζβελτ δεν ήταν δυνατόν να παρθεί μια απόφαση για το διαμελισμό της Γερμανίας, αλλά “δεν είχε έρθει η ώρα για απόφαση πάνω σε αυτό το θέμα;” Καθώς εξελισσόταν η συζήτηση, ο Στάλιν διέκοψε τον Τσώρτσιλ για να ρωτήσει “πότε το θέμα του διαμελισμού της Γερμανίας θα τιθόταν μπροστά στο νέο λαό της Γερμανίας; Το θέμα είναι πως αυτή η ερώτηση δε βρίσκεται στους όρους της συνθηκολόγησης. Μήπως θα έπρεπε μια παράγραφος για το διαμελισμό της Γερμανίας να προστεθεί στους όρους παράδοσης;”[…]

Τελικά ο Στάλιν παραδέχτηκε ότι δε θα ήταν σοφό να δημοσιοποιηθεί ο διαμελισμός υπερβολικά νωρίς αλλά συνέχισε να πιέζει για σαφήνεια της συμμαχικής θέσης και την συμπερίληψη του διαμελισμού στους όρους παράδοσης […] Η συζήτηση συνεχίστηκε τότε με το ερώτημα αν ή όχι η Γαλλία θα καταλάμβανε κάποια ζώνη κατοχής στη Γερμανία. Ο Στάλιν αντιτέθηκε στην κίνηση, επιχειρηματολογώντας πως οι Γάλλοι δεν το άξιζα και πως μια τέτοια απόφαση θα οδηγούσε σε απαιτήσεις από άλλες σύμμαχες χώρες για μερίδιο στην κατοχή. Ο Στάλιν υποχώρησε μόνο όταν έγινε σαφές ότι από τη γαλλική ζώνη θα αφαιρούνταν περιοχές που θα καταλαμβάνονταν από Βρετανούς και Αμερικανούς.Συνέχισε ωστόσο να αντιτίθεται στην συμπερίληψη της Γαλλίας στην Επιτροπή Συμμαχικού Ελέγχου για τη Γερμανία, παρά τα βρετανικά επιχειρήματα πως ήταν παράλογο να επιτραπεί στους Γάλλους μια ζώνη κατοχής αλλά όχι η παρουσία τους στην Επιτροπή. Ο Στάλιν προφανώς δεν ήταν προετοιμασμένος να συνεχίσει αυτή τη συζήτηση κι έτσι μετέθεσε την αντιπαράθεση στο πιο βολικό θέμα των επανορθώσεων […] Συμφωνήθηκε επιτόπου να ζητήσει [η ΕΣΣΔ] 10 δις σε επανορθώσεις αντί για 5, το χαμηλότερο όριο που είχε αναφερθεί σε εσωτερικές συζητήσεις των σοβιετικών πριν τη διάσκεψη. […] Στη συζήτηση που ακολούθησε ο Τσώρτσιλ κι ο Ρούζβελτ επιχειρηματολόγησαν πως η εμπειρία του πρώτου παγκόσμιου πολέμου έθετε υπό αμφισβήτηση το νόημα της απαίτησης επανορθώσεων από τη Γερμανία, ωστόσο συμφώνησαν να συστήσουν την Επιτροπή Επανορθώσεων. O Τσώρτσιλ σχολίασε χαριτολογώντας πως θεωρούσε ότι το σχέδιο των επανορθώσεων θα έπρεπε να βασίζεται στην αρχή “σε καθέναν ανάγλογα με τις ανάγκες του, και στην περίπτωση της Γερμανίας σύμφωνα με τις ικανότητες της [να πληρώσει]. Ο Στάλιν απάντησε πως “προτιμούσε μια άλλη αρχή: Στον καθένα ανάλογα με τους ερημωμένους τόπους του”. Το τελικό πρωτόκολλο της διάσκεψης ενσωμάτωνε την ουσία του σοβιετικού σχεδίου περί επανορθώσεων, αλλά βάσει της επιμονής του Τσώρτσιλ, παρέμενε μη δεσμευτικό στα νούμερα, αναφέροντας 20 δις ως συνολικό νούμερο (από το οποίο οι Σοβιετικοί θα έπαιρναν το μισό) αλλά μόνο ως βάση συζήτησης στην Επιτροπή Επανορθώσεων.

Στην τρίτη ολομέλεια στις 6 Φλεβάρη οι Τρεις Μεγάλοι συζήτησαν το ζήτημα του δικαιώματος ψήφου των μεγάλων δυνάμεων στην προτεινόμενη οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών. […]Η αρχική συζήτηση δεν κατέληξε κάπου, αλλά το ζήτημα της ψήφου επιλύθηκε φιλικά αργότερα κατά τη διάσκεψη, με την υιοθέτηση του βέτο των μεγάλων δυνάμεων που διατηρείται στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ως σήμερα. […]

Ένα πολύ πιο ακανθώδες ζήτημα, που έθεσε ο Τσώρτσιλ στις 6 Φλεβάρη, ήταν το ζήτημα της Πολωνίας, ιδίως το ζήτημα της αναγνώρισης των φιλοσοβιετικών “Πολωνών του Lublin” ως προσωρινής πολωνικής κυβέρνησης […]Τόσο ο Στάλιν όσο κι ο Ρούζβελτ ήθελαν η λεγόμενη κυβέρνηση του Lublin να αντικατασταθεί από μια προσωρινή κυβέρνηση ευρείας βάσης που αντικατόπτριζε την πολωνική κοινή γνώμη. Απαντώντας ο Στάλιν υπερασπίστηκε ένθερμα τη σοβιετική πολιτική στο πολωνικό, υπογραμμίζοντας πως η επανεγκαθίδρυση μιας ισχυρής κι ανεξάρτητης, αλλά φιλικής Πολωνίας ήταν ένα ζήτημα ασφάλειας ζωτικής σημασίας για την ΕΣΣΔ. Υποστήριξε επίσης πως “η νέα κυβέρνηση της Βαρσοβίας…δεν έχει λιγότερο δημοκρατική βάση απ’ότι για παράδειγμα, η κυβέρνηση του Ντε Γκώλ-ένα σημείο που αμφισβήτησε ο Τσώρτσιλ, λέγοντας πως είχε την υποστήριξη λιγότερο του ενός τρίτου του Πολωνικού πληθυσμού.

Μετά την τρίτη ολομέλεια ο Ρούζβελτ έγραψε στο Στάλιν καθιστώντας σαφές ότι οι ΗΠΑ δε θα αναγνώριζαν την κυβέρνηση Lublin, προτείνοντας αντ’αυτού το σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης αποτελούμενης από Πολωνούς που κατοικούσαν στην Πολωνία και του εξωτερικού, περιλαμβανομένων πρώην μελών της εξόριστης κυβέρνησης του Λονδίνου σαν τον Μικολάιτζικ. Ως απάντηση, στην τέταρτη ολομέλεια στις 7 Φλεβάρη οι Σοβιετικοί έβαλαν στο τραπέζι μια πρόταση για την Πολωνία βασισμένη σε τρία βασικά συστατικά: α. Αναγνώριση της γραμμής Κούρζον β. Τα δυτικά σύνορα να διατρέχουν τη γραμμή των ποταμών Όντερ-Νάισε και γ. τη διεύρυνση της κυβέρνησης Lublin για να συμπεριλάβει “δημοκρατικούς ηγέτες” από Πολωνούς που ζούσαν στο εξωτερικό. […]Τελικά συμφωνήθηκε πως “η Προσωρινή Κυβέρνηση που λειτουργεί τώρα στην Πολωνία” θα “αναδιοργανωνόταν σε μια ευρύτερη δημοκρατική βάση με την συμπερίληψη δημοκρατικών ηγετών από την ίδια την Πολωνία και το εξωτερικό. Αυτή η νέα κυβέρνηση θα ονομαζόταν Πολωική Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.” Η γραμμή του Κούρζον συμφωνήθηκε ως ανατολικό σύνορο της Πολωνίας, αλλά τα δυτικά σύνορα με τη Γερμανία αφέθηκαν ανοιχτά για περαιτέρω συζήτηση σε μελλοντική διάσκεψη ειρήνης.

Η συμφωνία για μια κυβερνητική φόρμουλα στην απελευθερωμένη Γιουγκοσλαβία αποδείχτηκε πολύ ευκολότερη και αποφασίστηκε γρήγορα πως ο Τίτο και οι Γιουγκοσλάβοι εξόριστοι πολιτικοί θα σχημάτιζαν κυβέρνηση ενότητας.

Εξίσου χωρίς τριβές ήταν η συζήτηση για τη σοβιετική συμμετοχή στον πόλεμο της Άπω Ανατολής […] Με βάση τη συμφωνία που επιτεύχθηκε η ΕΣΣΔ θα αποκήρυσσε το σύμφωνο ουδτετερότητας με την Ιαπωνία του Απρίλη 1941 και θα έμπαινε στον πόλεμο στην μέση ανατολή δύο ή τρεις μήνες μετά την ήττα της Γερμανίας. Ως αντάλλαγμα η ΕΣΣΔ θα λάμβανε εκ νέου τα εδάφη που είχε χάσει και τις παραχωρήσεις που είχε κάνει η αυτοκρατορική Ρωσία στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1904-1905. […]

agree the Στις 11 Φλεβάρη 1945 η Τρεις Μεγάλοι συναντήθηκαν για τελευταία φορά για να συμφωνήσουν στο δελτίο τύπου που θα εκδιδόταν μετά τη διάσκεψη. Έχοντας συμφωνήσει το κείμενο δεν παρουσίαζε ιδιαίτερες δυσκολίες και η δήλωση εκδόθηκε την ίδια μέρα εν ονόματι του Τσώρτσιλ, του Ρούζβελτ και του Στάλιν. Ανακοίνωνε την πολιτική των Τριών Μεγάλων για τη Γερμανία, τα Ηνωμένα Έθνη, την Πολωνία και τη Γιουγκοσλαβία. Επίσης περιείχε το κείμενο της Διακήρυξης για την Απελευθερωμένη Ευρώπη που δέσμευε τη Βρετανία, τη Σοβιετική Ένωση και τις Ηνωμένες πολιτείες να καταστρέψουν το ναζισμό και το φασισμό και να εγκαθιδρύσουν μια δημοκρατική Ευρώπη βασισμένη σε ελεύθερες εκλογές. Εν κατακλείδι η τρεις ηγέτες εξήγγειλαν πως θα διατηρούσαν την ενότητα που είχαν κατά τη διάρκεια του πολέμου και θα δημιουργούσαν τις συνθήκες για μια σίγουρη και μακροχρόνια ειρήνη. Εκτός από αυτή τη δήλωση υπήρξε ένα εμπιστευτικό πρωτόκολλο που καθόριζε τις αποφάσεις της διάσκεψης που οι Τρεις μεγάλοι δεν ήθελαν να δημοσιοποιήσουν, όπως για παράδειγμα σε σχέση με την είσοδο της ΕΣΣΔ στο μέτωπο της Άπω Ανατολής.

Ο Στάλιν είχε κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένος με τα αποτελέσματα της Γιάλτας. Σε κάθε σχεδόν ζήτημα πολιτικής η Σοβιετική θέση είχε επικρατήσει. Οι Τρεις Μεγάλοι τα είχαν πάει καλά και ο Στάλιν αποδείχτηκε εξίσου ικανός διαπραγματευτής όσο και στην Τεχεράνη.Η μόνη σημαντική παραχώρηση στις επιθυμίες των Δυτικών ήταν η Διακήρυξη για την Απελευθερωμένη Ευρώπη.

Ωστόσο η σοβιετική ερμηνεία αυτού του εγγράφου υπογράμμιζε τον αντιφασιστικό παρά το δημοκρατικό της χαρακτήρα και, σε κάθε περίπτωση, ο Στάλιν πίστευε ότι οι κομμουνιστές σύμμαχοί του σε όλη την Ευρώπη θα γινόταν μέρος κυβερνήσεων ευρείας συμμαχίας για τις οποίες έκανε λόγο η διακήρυξη και θα πήγαιναν πολύ καλά στις επερχόμενες εκλογές. Η κάλυψη της διάσκεψης από πλευράς σοβιετικού τύπου ήταν αναμενόμενα εκστατική.

Ο Μάισκι κατέστρωσε για το Μολότωφ ένα εμπιστευτικό πληροφοριακό τηλεγράφημα για να σταλεί στις σοβιετικές πρεσβείες το οποίο συμπέραινε: “γενικά η ατμόσφαιρα στη διάσκεψη είχε φιλικό χαρακτήρα και η γενική αίσθηση ήταν εκείνη της επιδίωξης συμφωνίας για αμφιλεγόμενα ζητήμα. Εκτιμούμε τη διάσκεψη ως έντονα θετική, ιδιαίτερα σε σχέση με το πολωνικό και γιουγκοσλαβικό ζήτημα κι επίσης το ζήτημα των επανορθώσεων. Σε μια ιδιωτική επιστολή στην Αλεξάνδρα Κολοντάι, τότε πρέσβεια της ΕΣΣΔ στη Σουηδία, ο Μάισκι έγραψε ότι “Η διάσκεψη της Κριμαίας ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι πως η επιρροή μας γενικά και του Στάλιν προσωπικά ήταν εξαιρετικά μεγάλη. Οι αποφάσεις της διάσκεψης ήταν 75% δικές μας αποφάσεις….Η συνεργασία των “Τριών Μεγάλων” είναι τώρα πολύ στενή και η Γερμανία δεν έχει τίποτε να γιορτάσει, ούτε στη διάρκεια του πολέμου, ούτε μετά από αυτόν.”

 

 

katiousa.gr

Νίκος Σίμος

Ρήξη - ανατροπή σε ότι μας κρατάει πίσω και μας χαρακτηρίζει σταθερό απότοκο της Οθωμανικής δουλείας
Νίκος Σίμος
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ