Η επιτροπή που θα σώσει την παγκόσμια τάξη Οι σύμμαχοι της Αμερικής πρέπει να προχωρήσουν καθώς η Αμερική υποχωρε

0
8
Ενήλικες του κόσμου, ενωθείτε: Στην σύνοδο κορυφής G-7 στο Κεμπέκ, τον Ιούνιο του 2018. LEAH MILLIS / REUTERS

Η τάξη που έχει δομήσει την διεθνή πολιτική από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατακερματίζεται. Πολλοί από τους φταίχτες είναι προφανείς. Αναθεωρητικές δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ρωσία, θέλουν να αναμορφώσουν τους παγκόσμιους κανόνες [1] προς όφελός τους. Αναδυόμενες δυνάμεις όπως η Βραζιλία και η Ινδία, αγκαλιάζουν τα πλεονεκτήματα του status της μεγάλης δύναμης, αλλά αποφεύγουν τις ευθύνες που το συνοδεύουν. Απορριπτικές δυνάμεις όπως το Ιράν και η Βόρεια Κορέα, αψηφούν τους κανόνες που έχουν τεθεί από άλλους. Εν τω μεταξύ, διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΗΕ [2], αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν προβλήματα που πολλαπλασιάζονται ταχύτερα από ό, τι μπορούν να επιλυθούν.

Ωστόσο, ο νεώτερος φταίχτης αποτελεί μια έκπληξη: Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η ίδια η χώρα που υποστήριξε την δημιουργία της τάξης. Εβδομήντα χρόνια αφότου ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρυ Τρούμαν, εκπόνησε το σχέδιο για μια βασισμένη σε κανόνες διεθνή τάξη [3] ώστε να αποφευχθεί ένας γεωπολιτικός ανταγωνισμός του τύπου «ο θάνατός σου η ζωή μου» που προκάλεσε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, το ανέτρεψε. Έχει εκφράσει αμφιβολίες για τις δεσμεύσεις ασφαλείας της Ουάσινγκτον έναντι των συμμάχων της [4], αμφισβήτησε τις βασικές αρχές του παγκόσμιου εμπορικού καθεστώτος, εγκατέλειψε την προώθηση της ελευθερίας και της δημοκρατίας ως καθοριστικό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, και απαρνήθηκε την παγκόσμια ηγεσία.

Η εχθρότητα του Trump προς την ίδια την γεωπολιτική εφεύρεση των Ηνωμένων Πολιτειών [5] έχει σοκάρει πολλούς φίλους και συμμάχους της Ουάσινγκτον. Οι αρχικές ελπίδες τους ότι θα μπορούσε να εγκαταλείψει την προεκλογική ρητορική του όταν θα βρισκόταν στην εξουσία και ότι θα υιοθετήσει μια πιο παραδοσιακή εξωτερική πολιτική, έχουν καταρρεύσει. Καθώς ο Trump έχει εγκαταλείψει τους παλιούς τρόπους που γίνονταν οι δουλειές, οι σύμμαχοι πήραν τον δρόμο τους μέσα από τα αρχικά στάδια της θλίψης: Άρνηση, οργή, διαπραγμάτευση και κατάθλιψη. Σε μια τυπική εξέλιξη, η αποδοχή θα πρέπει να έρθει στην συνέχεια.

Αλλά η ιστορία δεν χρειάζεται να τελειώσει με αυτόν τον τρόπο. Οι βασικοί σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών μπορούν να εκμεταλλευτούν την συλλογική οικονομική και στρατιωτική τους δύναμη για να σώσουν την φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη. Η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ στην Ευρώπη˙ η Αυστραλία, η Ιαπωνία [6] και η Νότια Κορέα στην Ασία˙ και ο Καναδάς στην Βόρεια Αμερική, είναι οι προφανείς υποψήφιοι για να παράσχουν την ηγεσία που η διοίκηση του Trump δεν θα δώσει. Μαζί, αντιπροσωπεύουν τη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στον κόσμο και οι συλλογικές στρατιωτικές τους ικανότητες ξεπερνιούνται μόνο από εκείνες των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό το «G-9» θα πρέπει να έχει δύο επιταγές: Να διατηρήσει την τάξη που βασίζεται σε κανόνες [7] με την ελπίδα ότι ο διάδοχος του Trump θα διεκδικήσει τον παγκόσμιο ηγετικό ρόλο της Ουάσινγκτον και θα θέσει τις βάσεις για να καταστεί πολιτικά δυνατό να συμβεί αυτό. Αυτή η κρατούσα δράση θα απαιτήσει από κάθε μέλος της ομάδας G-9 να αναλάβει μεγαλύτερες καθολικές ευθύνες. Όλα τα μέλη είναι ικανά να το κάνουν˙ αρκεί μόνο να αποκτήσουν την βούληση.

Η οικονομική συνεργασία είναι ένα καλό μέρος για αρχή, και τα μέλη του G-9 δημιουργούν ήδη εναλλακτικές λύσεις στις εμπορικές συμφωνίες που εγκαταλείπει ο Trump. Αλλά θα πρέπει να προχωρήσουν περαιτέρω, αυξάνοντας τις στρατιωτικές συνεργασίες και τις αμυντικές δαπάνες και χρησιμοποιώντας διάφορα εργαλεία που έχουν στην διάθεσή τους για να αναλάβουν τον ρόλο των ΗΠΑ ως υπερασπιστές και υποστηρικτές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ολόκληρο τον κόσμο. Εάν εκμεταλλευτούν αυτή την ευκαιρία, οι χώρες του G-9 δεν θα επιβραδύνουν απλώς την διάβρωση μιας τάξης που εξυπηρετεί καλά εκείνες και τον κόσμο εδώ και δεκαετίες˙ θα θέσουν επίσης το έδαφος για την επιστροφή της αμερικανικής ηγεσίας του είδους που θέλουν, και που η μακροπρόθεσμη επιβίωση της τάξης απαιτεί. Πράγματι, ενεργώντας τώρα, η ομάδα G-9 θα αποτελέσει την βάση για μια πιο σταθερή και διαρκή παγκόσμια τάξη -μια τάξη που είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στις σχέσεις ισχύος του σήμερα και του αύριο παρά με εκείνες του χθες, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η αδιαμφισβήτητη παγκόσμια δύναμη.

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΕΦΤΙΑΞΕ Η ΑΜΕΡΙΚΗ

Η εμφάνιση μιας τάξης που βασίζεται σε κανόνες δεν ήταν αναπόφευκτη, αλλά αποτέλεσμα εσκεμμένων επιλογών. Προκειμένου να αποφευχθούν τα λάθη που έκαναν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Τρούμαν και οι διάδοχοί του οικοδόμησαν μια τάξη βασισμένη στην συλλογική ασφάλεια, τις ανοικτές αγορές και την δημοκρατία. Ήταν μια ριζοσπαστική στρατηγική που έδωσε αξία στην συνεργασία έναντι του ανταγωνισμού: Οι χώρες που ήθελαν να ακολουθήσουν την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών θα ευημερούσαν και, καθώς συνέβαινε αυτό, το ίδιο θα έκαναν και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

«Ο κόσμος που έφτιαξε η Αμερική», όπως το έθεσε ο ιστορικός Robert Kagan, δεν ήταν ποτέ τέλειος. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η εμβέλεια της αμερικανικής επιρροής ήταν μικρή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά καιρούς αγνόησαν την δική τους υψηλόφρονα ρητορική για να ακολουθήσουν στενά συμφέροντα ή λανθασμένες πολιτικές. Αλλά παρ’ όλες τις ανεπάρκειές της, η μεταπολεμική τάξη ήταν μια ιστορική επιτυχία [8]. Η Ευρώπη και η Ιαπωνία ανοικοδομήθηκαν. Η εμβέλεια της ελευθερίας και της δημοκρατίας επεκτάθηκε. Και με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η υπό την ηγεσία των ΗΠΑ μεταπολεμική τάξη ήταν ξαφνικά ανοιχτή σε όλους.

Αλλά αυτή η επιτυχία δημιούργησε και νέες εντάσεις. Η ταχεία αύξηση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων, των ανθρώπων και των ιδεών πέρα από τα σύνορα καθώς περισσότερες χώρες εντάσσονταν στην βασισμένη σε κανόνες τάξη, δημιούργησε νέα προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή και η μαζική μετανάστευση, που οι εθνικές κυβερνήσεις έπρεπε να αγωνιστούν για να αντιμετωπίσουν. Η οικονομική και η πολιτική ισχύς διασκορπίστηκαν καθώς χώρες όπως η Βραζιλία, η Κίνα και η Ινδία αγκάλιασαν τις ανοικτές αγορές, περιπλέκοντας τις προσπάθειες για την εξεύρεση κοινού πεδίου στο εμπόριο, την τρομοκρατία και σε πολλά άλλα θέματα. Το Ιράν και η Ρωσία υποχώρησαν καθώς η υπό την ηγεσία των ΗΠΑ τάξη επεκτάθηκε στις παραδοσιακές σφαίρες συμφερόντων τους. Και η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 και η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-8 δημιούργησαν αμφιβολίες σχετικά με την ποιότητα και την κατεύθυνση της ηγεσίας των ΗΠΑ.

Μετά την αποχώρησή του το 2017, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, προέτρεψε τον διάδοχό του να αγκαλιάσει την αναγκαιότητα της ηγεσίας από τις ΗΠΑ. «Εναπόκειται σε εμάς, μέσω της δράσης και του παραδείγματος, να στηρίζουμε την διεθνή τάξη που έχει επεκταθεί σταθερά από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και από την οποία εξαρτάται ο πλούτος και η ασφάλειά μας», γράφει στο σημείωμα που άφησε στο Οβάλ Γραφείο. Ο Trump ακολούθησε την αντίθετη προσέγγιση. Έκανε προεκλογική εκστρατεία με μια πλατφόρμα ότι η παγκόσμια ηγεσία ήταν η πηγή των προβλημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών, όχι μια λύση για αυτά. Υποστήριξε ότι οι φίλοι και σύμμαχοι έπιαναν κορόιδο την Ουάσινγκτον, [λειτουργώντας ως] τζαμπατζήδες με την στρατιωτική της ισχύ, ενώ χρησιμοποιούσαν τις πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις για να κλέβουν αμερικανικές θέσεις εργασίας.

Στην αρχή της θητείας του Trump, το ότι διάλεξε για τις κορυφαίες δουλειές στην εθνική ασφάλεια μεταξύ των υπερασπιστών της mainstream εξωτερικής πολιτικής, όπως ο James Mattis ως υπουργός Άμυνας και ο Rex Tillerson ως υπουργός Εξωτερικών, ώθησε τις ελπίδες εγχωρίως και στο εξωτερικό, ότι θα μετριάσει το όραμά του για «Πρώτα η Αμερική». Ωστόσο, με το να αποσυρθεί από την συμφωνία Trans-Pacific Partnership (TPP), την συμφωνία του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή, και την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν˙ με το να υιοθετήσει εμπορικές μερκαντιλιστικές πολιτικές˙ και με το να συνεχίζει να αμφισβητεί την αξία του ΝΑΤΟ, ο Trump έδειξε ότι αυτά που έλεγε τα εννοούσε και αυτά που εννοούσε τα έλεγε. Δεν επιδιώκει να αναζωογονήσει την βασισμένη σε κανόνες τάξη με το να ηγείται φίλων και συμμάχων για μια κοινή αιτία. Είναι οι εχθροί που εκείνος θέλει να νικήσει.

Η προτίμηση του Trump για ανταγωνισμό αντί της συνεργασίας αντικατοπτρίζει την πεποίθησή του ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα τα πάνε καλύτερα από άλλες χώρες σε έναν κόσμο στον οποίο οι ισχυροί είναι ελεύθεροι να κάνουν ό, τι θέλουν. Αλλά αποτυγχάνει να καταλάβει ότι το να τα πηγαίνεις καλύτερα από άλλους δεν είναι το ίδιο με το να τα πηγαίνεις καλά. Στην πραγματικότητα, αποστερείται των πολλών πλεονεκτημάτων που έχουν αποκομίσει οι Ηνωμένες Πολιτείες από τον κόσμο που δημιούργησαν: Την υποστήριξη ισχυρών και ικανών συμμάχων που ακολουθούν την ηγεσία τους, την ικανότητα να διαμορφώνουν τους παγκόσμιους κανόνες προς όφελός τους, και τον θαυμασμό και την εμπιστοσύνη που προέρχονται από την υπεράσπιση της ελευθερίας, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ακόμη χειρότερα, με το να αποξενώνει τους συμμάχους και να αγκαλιάζει τους αντιπάλους, ο Trump παρέχει ένα άνοιγμα στην Κίνα για να ξαναγράψει τους κανόνες της παγκόσμιας τάξης προς όφελός της. «Καθώς οι ΗΠΑ υποχωρούν παγκοσμίως, η Κίνα εμφανίζεται», παρατηρούσε με χαιρεκακία πέρσι ο Jin Yinan, κορυφαίος αξιωματικός του κινεζικού στρατού. Το Πεκίνο έχει τοποθετήσει τον εαυτό του ως υπερασπιστή του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος, του περιβάλλοντος και του διεθνούς δικαίου, καθώς εκμεταλλεύεται τους εμπορικούς κανόνες, κατασκευάζει περισσότερους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής καύσης άνθρακα και επεκτείνει τον έλεγχό του στην Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Αυτή η προσπάθεια να υποκαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως παγκόσμιο ηγέτη είναι δύσκολο να επιτύχει. Η Κίνα έχει λίγους φίλους και έναν μακρύ κατάλογο εσωτερικών προκλήσεων, όπως η γήρανση του εργατικού δυναμικού, οι βαθιές περιφερειακές και οικονομικές ανισότητες και ένα δυνητικά εύθραυστο πολιτικό σύστημα. Αλλά ένας κόσμος χωρίς ηγέτη και με πολλαπλές ανταγωνιστικές δυνάμεις θέτει τους δικούς του κινδύνους, όπως κατέδειξε η τραγική ιστορία της Ευρώπης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα είναι η μόνη χώρα που θα πληρώσει το τίμημα για μια επιστροφή σε έναν τέτοιο κόσμο.

Η ΝΕΑ ΦΡΟΥΡΑ

Οι συνέπειες της παραίτησης των Ηνωμένων Πολιτειών από την παγκόσμια ηγεσία δεν έχουν παραβλεφθεί στο εξωτερικό. Αν μη τι άλλο, οι πολιτικές του Trump υπογράμμισαν το πόσο τα άλλα κράτη έχουν επενδύσει στην βασισμένη σε κανόνες τάξη, και τι χάνουν με την κατάρρευσή της. «Το γεγονός ότι ο φίλος και ο σύμμαχός μας έφθασε να αμφισβητήσει την αξία του μανδύα της παγκόσμιας ηγεσίας, θέτει σε οξύτερη εστίαση την ανάγκη ημών των υπολοίπων να θέσουμε τον δικό μας σαφή και κυρίαρχο δρόμο», δήλωσε η Chrystia Freeland, υπουργός Εξωτερικών του Καναδά, νωρίς στην προεδρία του Trump.

Αυτή η αναγνώριση καθοδήγησε επανειλημμένες προσπάθειες των συμμάχων των ΗΠΑ να εξευμενίσουν τον Trump. Έψαχναν το κοινό έδαφος παρά τις βαθιές ουσιαστικές διαφωνίες -για να μην αναφέρουμε τις αδέξιες τακτικές του Trump, τις μικροπρεπείς προσβολές, και την έλλειψη δημοφιλίας του μεταξύ των πολιτών τους. Μέχρι στιγμής, όμως, αυτές οι προσπάθειες για συμβιβασμό δεν λειτούργησαν, και δεν είναι πιθανό να λειτουργήσουν για έναν απλό λόγο: Αυτά που οι σύμμαχοι των ΗΠΑ θέλουν να διασώσουν, ο Trump θέλει να τα ανατρέψει.

Οι φίλοι και οι σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών -με πρωτοπόρες τις χώρες του G-9- πρέπει να ενεργήσουν πιο φιλόδοξα. Πρέπει να επικεντρωθούν λιγότερο στο πώς θα εργαστούν με την Ουάσινγκτον και περισσότερο στο πώς θα εργαστούν χωρίς αυτήν- και, εάν είναι απαραίτητο, παρακάμπτοντάς την. Όπως είπε ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, Χάικο Μάας, σε ιαπωνικό ακροατήριο στο Τόκιο τον περασμένο Ιούλιο, «Αν συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις μας … μπορούμε να γίνουμε κάτι σαν ‘διαμορφωτές κανόνων’, που σχεδιάζουν και οδηγούν μια διεθνή τάξη την οποία ο κόσμος χρειάζεται επειγόντως».

01042019-2.jpg

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Shinzo Abe, και ο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Jean-Claude Juncker, στην αρχή της συνόδου κορυφής ΕΕ-Ιαπωνίας στις Βρυξέλλες, τον Ιούλιο του 2017. POOL / REUTERS
———————————————————————

Από τις πιθανές περιοχές για συνεργασία του G-9, το εμπόριο δίνει τις μεγαλύτερες υποσχέσεις, καθώς το G-9 έχει σημαντικό οικονομικό βάρος και έχει ήδη αναζητήσει τρόπους για να αμβλυνθούν οι προστατευτικές πολιτικές του Trump. Οι χώρες του G-9 έχουν σαφώς την ικανότητα να προωθήσουν το θέμα τους. Συνολικά, παράγουν το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής, περισσότερο από το διπλάσιο μερίδιο της Κίνας και σχεδόν 50% περισσότερη από εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών. Και αντιπροσωπεύουν περίπου το 30% των παγκόσμιων εισαγωγών και εξαγωγών, περισσότερο από το διπλάσιο τόσο του μεριδίου της Κίνας όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Εξίσου σημαντική με την οικονομική ώθηση των χωρών του G-9 είναι η θέληση που έχουν ήδη δείξει για την αντιμετώπιση των μερκαντιλιστικών πολιτικών του Trump. Μετά την απόσυρση των Ηνωμένων Πολιτειών από την TPP αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, η Αυστραλία, ο Καναδάς και η Ιαπωνία ηγήθηκαν της προσπάθειας να διασώσουν την εμπορική συμφωνία ως αντίβαρο στην Κίνα. Στις αρχές του 2018, τα υπόλοιπα 11 μέλη συμφώνησαν σε ένα αναθεωρημένο σύμφωνο [9] που διατήρησε τις περισσότερες διατάξεις σχετικά με το άνοιγμα της αγοράς˙ θα δημιουργήσει μια ζώνη ελεύθερου εμπορίου 500 εκατομμυρίων ανθρώπων που θα αντιπροσωπεύει περίπου το 15% του παγκόσμιου εμπορίου. Η Κολομβία, η Ινδονησία, η Νότια Κορέα και η Ταϊλάνδη συγκαταλέγονται μεταξύ των εθνών που έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για την ένταξή τους στην λεγόμενη TPP-11, διευρύνοντας την πιθανή επιρροή της. Η ΕΕ είναι επίσης ένας λογικός εταίρος για τις χώρες της TPP-11. Έχει ήδη διαπραγματευθεί ξεχωριστές εμπορικές συμφωνίες με τον Καναδά, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα και έχει αρχίσει διαπραγματεύσεις με την Αυστραλία˙ η συμφωνία ΕΕ-Ιαπωνίας δημιούργησε μια αγορά 600 εκατομμυρίων ανθρώπων, τη μεγαλύτερη ανοικτή οικονομική ζώνη στον κόσμο.

Η TPP-11, η συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών ΕΕ-Ιαπωνίας [10] και παρόμοιες συμφωνίες θα εντείνουν τον ανταγωνισμό μεταξύ του G-9 και των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι συμφωνίες παρέχουν στους εξαγωγείς του G-9 πλεονέκτημα έναντι των ομολόγων τους από την πλευρά των ΗΠΑ όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά και τα πρότυπά της. Ωστόσο, ακόμη και με την αυξανόμενη ανάγκη να δουλεύουν γύρω ή χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες, το G-9 θα πρέπει να διερευνήσει τρόπους συνεργασίας με την Ουάσινγκτον. Ένα παράδειγμα είναι η ανάγκη μεταρρύθμισης του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Ο Trump επέκρινε επανειλημμένα τον ΠΟΕ, μερικές φορές υπονοώντας ότι θα μπορούσε να τραβήξει τις Ηνωμένες Πολιτείες εκτός. Αυτό είναι πιθανώς μια κούφια απειλή, επειδή η αποχώρηση θα αποτελέσει σημαντικό μειονέκτημα για τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Όμως, η Ουάσινγκτον και το G-9 μοιράζονται δικαιολογημένες ανησυχίες σχετικά με το παγκόσμιο εμπορικό καθεστώς, ιδιαίτερα όσον αφορά τις αρπακτικές πρακτικές της Κίνας. Θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να περιορίσουν το είδος των επιδοτήσεων που παρέχουν στις κρατικές επιχειρήσεις στην Κίνα και αλλού ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, να αντικαταστήσουν το σημερινό σύστημα «αυτο-αναγόρευσης» με αντικειμενικά πρότυπα για το πότε οι αναπτυσσόμενες χώρες πρέπει να αναλάβουν τις πλήρεις υποχρεώσεις τους στο πλαίσιο του ΠΟΕ, και να ανανεώσουν την διαδικασία διευθέτησης των διαφορών έτσι ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται ταχύτερα και να τηρούν πιο στενά τους κανόνες που έχουν συμφωνηθεί από τα κράτη-μέλη.

Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ «ΚΛΕΙΔΙ»

Η συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας θα είναι πιο δύσκολη. Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι διαθέτουν τους απαραίτητους μηχανισμούς συνεργασίας μέσω του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, αλλά δεν ξοδεύουν επαρκώς στην άμυνα. Οι ασιατικοί σύμμαχοι δαπανούν περισσότερο για την άμυνα, αλλά δεν έχουν ένα ισοδύναμο με το ΝΑΤΟ ή την ΕΕ. Ωστόσο, αν τα μέλη του G-9 μπορούν να τηρήσουν τις δεσμεύσεις να επενδύουν περισσότερο στην δική τους ασφάλεια, το δυναμικό που περιμένει για να αξιοποιηθεί είναι εντυπωσιακό. Το G-9 αντιπροσωπεύει στρατιωτική ισχύ που έρχεται δεύτερη μόνο μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2017, οι χώρες του G-9 κατέβαλαν συνολικά περισσότερα από 310 δισεκατομμύρια δολάρια για την άμυνα, τουλάχιστον ένα τρίτο περισσότερο από ό, τι ξοδεύει η Κίνα, και περισσότερο από τέσσερις φορές αυτό που ξοδεύει η Ρωσία. Κάθε χώρα του G-9 κατατάσσεται στους πρώτους 15 από τους μεγαλύτερους στρατιωτικούς δαπανώντες του κόσμου.

Όταν πρόκειται για την άμυνα, μεγάλο μέρος της κριτικής του Trump για τους συμμάχους των ΗΠΑ είναι λανθασμένη, αν όχι εντελώς λανθασμένη. Παρά το γεγονός ότι ο Trump παραπονείται ότι οι σύμμαχοι δεν πληρώνουν το δίκαιο μερίδιό τους, καλύπτουν ουσιαστικά ένα σημαντικό μέρος του κόστους της στρατιωτικής παρουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών στις χώρες τους: Η Γερμανία συνεισφέρει το 20% του κόστους, η Νότια Κορέα συνεισφέρει το 40% και η Ιαπωνία πληρώνει το μισό. Επιπλέον, οι ολοκληρωμένες δομές διοίκησης των δυνάμεων των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής ισχύος για να καταφέρουν ένα πολύ μεγαλύτερο πλήγμα από ό, τι θα ήταν εφικτό εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να ενεργήσουν μόνες τους. Δεν πρέπει επίσης να λησμονούμε ότι πολλοί συμμαχικοί στρατιώτες πολέμησαν και πέθαναν μαζί με Αμερικανούς στο Αφγανιστάν και αλλού.

Ωστόσο, τα παράπονα του Trump σχετικά με τους τζαμπατζήδες συμμάχους -τα οποία αρκετοί από τους προκατόχους του ενστερνίζονταν αλλά εξέφραζαν περισσότερο διπλωματικά- έχουν κάποια αξία όσον αφορά τόσο τους Ευρωπαίους όσο και τους Ασιάτες συμμάχους. Καμία συμμαχία δεν μπορεί να επιβιώσει εάν τα μέλη της αρνούνται να φέρουν το δικό τους βάρος και πολλοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, ειδικά στην Ευρώπη, εξαρτώνται πάρα πολύ από την Ουάσινγκτον για την ασφάλειά τους. Το 2014, κάθε μέλος του ΝΑΤΟ δεσμεύθηκε να δαπανήσει τουλάχιστον το 2% του ΑΕΠ για την άμυνα έως το 2024. Αν και οι παγκόσμιες ευθύνες των Ηνωμένων Πολιτειών για την ασφάλεια απαιτούν να δαπανούν πολύ περισσότερα, ο στόχος του 2% θα εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει σημαντική αύξηση για πολλές χώρες και θα επιτρέψει στην Ευρώπη να φέρει το δίκαιο μερίδιό της στην συνολική αμυντική επιβάρυνση.

Αν όλα τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ τηρήσουν τον στόχο του 2%, οι συνδυασμένες ετήσιες αμυντικές τους δαπάνες θα κάνουν άλμα από περίπου 270 δισεκατομμύρια δολάρια σε 385 δισεκατομμύρια δολάρια -αύξηση σχεδόν διπλάσια του συνολικού αμυντικού προϋπολογισμού της Ρωσίας. Μια αύξηση τέτοιας κλίμακας θα επέτρεπε σημαντική αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων, ιδίως εάν τα νέα κεφάλαια δαπανηθούν με στόχο την ενίσχυση της συνεργασίας και της διασύνδεσης μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων. Αυτός ακριβώς είναι ο στόχος της Μόνιμης Δομημένης Συνεργασίας (Permanent Structured Cooperation) της ΕΕ, που ιδρύθηκε νωρίτερα φέτος και έχει ως στόχο την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας. Η πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι η συγκέντρωση αυτού του στρατιωτικού δυναμικού θα προσθέσει περισσότερα από το άθροισμα των τμημάτων του, με το να αποφεύγονται οι επικαλύψεις, να ενοποιούνται οι δαπάνες Έρευνας και Ανάπτυξης, και να εξασφαλίζονται συμπληρωματικές στρατιωτικές δυνατότητες.

01042019-3.jpg

Ηγέτες της ΕΕ στην έναρξη της Μόνιμης Δομημένης Συνεργασίας (Permanent Structured Cooperation, PESCO) στις Βρυξέλλες, τον Δεκέμβριο του 2017. YVES HERMAN / REUTERS
—————————————————–

Όσον αφορά την στρατιωτική συνεργασία, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ευρώπη έχουν ένα πλεονέκτημα έναντι εκείνων της Ασίας. Η Ασία δεν έχει κάτι ισοδύναμο με το ΝΑΤΟ και είναι απίθανο να αναπτύξει ένα τέτοιο οποιαδήποτε στιγμή σύντομα. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, ωστόσο, ενισχύουν την συνεργασία τους στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας έναντι της αυξανόμενης ισχύος της Κίνας και των ανησυχιών για την αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών ως στρατιωτικού εταίρου. Τον Ιανουάριο του 2018, η Αυστραλία και η Ιαπωνία δεσμεύθηκαν να συνεργαστούν στενότερα, μεταξύ άλλων επιτρέποντας κοινές ασκήσεις των ενόπλων δυνάμεών τους. Οι δύο χώρες αναπτύσσουν επίσης σχέσεις με την Ινδία και διερευνούν τρόπους διεξαγωγής κοινών ναυτικών ασκήσεων. Αυτά τα πρώτα βήματα προς την συνεργασία θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε τακτικό προγραμματισμό, εκπαίδευση και συνεργασία στον τομέα της έρευνας, της ανάπτυξης και των προμηθειών στον τομέα της άμυνας.

Η έλλειψη βαθιάς, πολυμερούς στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ των Ασιατών συμμάχων αντισταθμίζεται εν μέρει από την προθυμία τους να επενδύουν στην άμυνα. Η Αυστραλία και η Νότια Κορέα δαπανούν τουλάχιστον 2% του ΑΕΠ τους στους στρατούς τους. Η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία έχουν στείλει εδώ και καιρό δυνάμεις για την υποστήριξη μεγάλων στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν, τη Μέση Ανατολή και ακόμη και στην Ευρώπη, αποδεικνύοντας την πεποίθησή τους ότι η δική τους περιφερειακή ασφάλεια συνδέεται με την παγκόσμια ασφάλεια. Η Ιαπωνία αφιερώνει μόνο το 1% του ΑΕΠ στην άμυνα, σύμφωνα με το μοναδικό πασιφιστικό σύνταγμα που καταρτίστηκε από τις κατοχικές δυνάμεις των ΗΠΑ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρά τους συνταγματικούς περιορισμούς, ο ιαπωνικός στρατός [11] είναι ένας από τους πιο ικανούς στην Ασία και ο πρωθυπουργός Shinzo Abe άνοιξε έναν σημαντικό εθνικό διάλογο για την αλλαγή του συντάγματος και την αύξηση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας.

Για να λειτουργήσει το G-9 ως μια μονάδα όσον αφορά την ασφάλεια, οι ευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες θα πρέπει να συνεργαστούν πιο άμεσα. Αν και οι μεγάλες ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις είναι απίθανο να αναλάβουν έναν μεγάλο αμυντικό ρόλο στην Ασία, μπορούν και πρέπει να κάνουν περισσότερα. Η απειλή της Βόρειας Κορέας έχει απασχολήσει εδώ και καιρό τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα της εντολής του ΟΗΕ που ιδρύθηκε κατά την έναρξη του Κορεατικού Πολέμου. Η Κίνα είναι επίσης μια μεγάλη ανησυχία. Η Ευρώπη έχει ένα κρίσιμο ενδιαφέρον να εξασφαλίσει την ελευθερία της ναυσιπλοΐας σε ολόκληρη την περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού και να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων εκεί. Η ενίσχυση των αμυντικών δεσμών μεταξύ Ευρώπης και Ασίας θα αποτελέσει το κλειδί για την αντιστάθμιση της ανόδου της Κίνας. Κατά την διάρκεια επίσκεψης στο Σύδνεϋ τον Μάιο του 2018, ο Γάλλος πρόεδρος, Εμμανουέλ Μακρόν, είχε αυτόν τον στόχο στο μυαλό του όταν έκανε έκκληση για μια συμμαχία μεταξύ Αυστραλίας, Γαλλίας και Ινδίας, λέγοντας: «Αν θέλουμε να μας θεωρεί και να μας σέβεται η Κίνα ως ισότιμο εταίρο, πρέπει να οργανώσουμε τον εαυτό μας».

ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ

Η φιλελεύθερη δημοκρατία έχει υποστεί επίθεση μετά από πολλές δεκαετίες προόδου σε ολόκληρο τον κόσμο. Υπό την ηγεσία της Κίνας, οι αυταρχικές χώρες αμφισβητούν ανοιχτά τους παγκόσμιους κανόνες και τις ιδέες για την ελευθερία και κάνουν την υπόθεση ότι τα δικά τους κοινωνικοπολιτικά συστήματα λειτουργούν καλύτερα από την φιλελεύθερη δημοκρατία. Η άνοδος των λαϊκιστικών κινημάτων σε πολλές Δυτικές χώρες έχει οδηγήσει σε αυξημένη υποστήριξη του αντιφιλελευθερισμού ακόμη και σε καθιερωμένες δημοκρατίες. Μια αυξανόμενη κρίση προσφύγων και μετανάστευσης αμφισβητεί τους φιλελεύθερους κανόνες όσον αφορά την ανοχή και την ποικιλομορφία. Αλλά η απώλεια των Ηνωμένων Πολιτειών ως ισχυρού παγκόσμιου ηγέτη είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή.

Επί 70 χρόνια, οι Δυτικοί σύμμαχοι συμμερίζονται μια δέσμευση στην δημοκρατία, την ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, και την πεποίθηση ότι η προώθησή τους σε παγκόσμιο επίπεδο συνεισέφερε ουσιαστικά στην διεθνή ειρήνη και ευημερία. Η ομάδα του G-9 πρέπει να συνεχίσει το έργο αυτό, ακόμη και αν η Ουάσινγκτον αποσυρθεί. Μπορεί να ξεκινήσει αναλαμβάνοντας την ηγεσία σε διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΗΕ και η Παγκόσμια Τράπεζα. Η φωνή της Ουάσιγκτον έχει σιωπήσει σε αυτά τα φόρουμ. Οι χώρες της Ομάδας των 9 πρέπει να μιλήσουν δυνατά, ξεκάθαρα και από κοινού για χάρη της δημοκρατίας και της ελευθερίας, οπουδήποτε και όποτε αυτές αμφισβητούνται.

Η πολιτική προτροπή είναι απίθανο να είναι επαρκής από μόνη της. Το G-9 πρέπει επίσης να σφίξει τους οικονομικούς του μύες, επίσης. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις εμπορικές προτιμήσεις και την αναπτυξιακή βοήθεια ως μόχλευση (μια στρατηγική που ποτέ δεν απέφυγε η Κίνα). Το 2017, το G-9 δαπάνησε πάνω από 80 δισεκατομμύρια δολάρια για επίσημη αναπτυξιακή βοήθεια, πάνω από δύο φορές τις [αντίστοιχες] δαπάνες που πραγματοποίησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η παροχή βοήθειας για την προστασία και την προαγωγή της δημοκρατίας, της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θα ήταν ένας ισχυρός τρόπος ώστε οι χώρες του G-9 να υπερασπιστούν και να επεκτείνουν αυτές τις βασικές αξίες.

Το G-9 θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ ανεξάρτητη από την Ουάσινγκτον. Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν ήδη ηγηθεί στρατιωτικών παρεμβάσεων για ανθρωπιστικούς σκοπούς, κυρίως στην βόρεια και δυτική Αφρική. Τον Ιούνιο του 2018, μαζί με επτά άλλους συμμάχους της ΕΕ, οι Βρετανοί και οι Γάλλοι συμφώνησαν να δημιουργήσουν κοινή στρατιωτική δύναμη για να παρεμβαίνουν σε περιόδους κρίσης. Αυτό είναι άλλο ένα μικρό αλλά σημαντικό βήμα που θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως πρότυπο για παρόμοιες συνεργασίες.

ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΑΞΗ

Για να είναι αποτελεσματικό, το Group των 9 θα πρέπει να θεσμοποιηθεί με κάποια μορφή. Θα χρειαστούν ετήσιες σύνοδοι ηγετών και τακτικές συναντήσεις υπουργών Εξωτερικών, Άμυνας και άλλων, για να δοθεί στις προσπάθειες της ομάδας βαρύτητα και σημασία. Η Ομάδα των 9 θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει μια άτυπη ομάδα σε διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ, ο ΠΟΕ και η Ομάδα των 20 (G-20). Προκειμένου να ενισχυθούν οι επίσημοι δεσμοί και η συνεργασία, το G-9 θα πρέπει να αποφεύγει να εμφανίζεται ως αποκλειστικό˙ θα πρέπει πάντοτε να καλωσορίζει την συμμετοχή και την υποστήριξη παρόμοιων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο στόχος θα πρέπει να είναι η διατήρηση και η αναζωογόνηση της υπάρχουσας τάξης, όχι η δημιουργία ενός νέου, αποκλειστικού συλλόγου.

Ωστόσο, το βασικό εμπόδιο που θα αντιμετωπίσει το G-9 δεν είναι πιθανό να είναι θεσμικό˙ θα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να ενισχυθεί και να υπερασπιστεί την τάξη. Η Ουάσινγκτον έχει παροτρύνει επί χρόνια τους Ευρωπαίους και Ασιάτες συμμάχους της να φέρουν περισσότερο βάρος και έχει αντιμετωπίσει κυρίως αδιαφορία και δικαιολογίες. Εν τω μεταξύ, χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία έχουν αναπτυχθεί άνετα παραπονούμενες για την πολιτική των ΗΠΑ, αλλά παραμένουν απροετοίμαστες να αναλάβουν μεγαλύτερες ευθύνες. Οι ευρωπαϊκές χώρες τείνουν να είναι εσωστρεφείς και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ασία προτιμούν να ασχοληθούν διμερώς με την Ουάσινγκτον παρά να συνεργάζονται μεταξύ τους.

Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ επίσης μπαίνουν στον πειρασμό να αποφύγουν την λήψη μέτρων με την ελπίδα ότι ο Trump ενδέχεται να μην κάνει αυτά που απειλεί ή ότι ένας νέος πρόεδρος θα αναλάβει καθήκοντα τον Ιανουάριο του 2021 και η καταιγίδα θα περάσει. Αλλά οι πρώτοι 20 μήνες του Trump δείχνουν ότι πιστεύει πως οι εθνικιστικές, μονόπλευρες και μερκαντιλιστικές πολιτικές του έχουν δημιουργήσει «νίκες» για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και ακόμη κι αν ο Trump υπηρετήσει μόνο μια θητεία, ο διάδοχός του μπορεί να πληρώσει ένα πολιτικό τίμημα για την προσπάθειά του να ανακτήσει έναν παγκόσμιο ηγετικό ρόλο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν και οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις [12] από το Chicago Council on Global Affairs και άλλους έδειξαν ότι το αμερικανικό κοινό απορρίπτει κρίσιμα μέρη του «Πρώτα η Αμερική» -η υποστήριξη για ενεργό ρόλο των ΗΠΑ στον κόσμο, για εμπορικές συμφωνίες και για υπεράσπιση των συμμάχων των ΗΠΑ αυξήθηκε σημαντικά από τότε που ανέλαβε το αξίωμα του ο Trump-, η ιδέα ότι η παρατεταμένη απέχθεια προς τους αχάριστους συμμάχους ώθησε τον Τραμπ στη νίκη έχει γίνει κοινή αντίληψη σε ορισμένους κύκλους. Χωρίς αποδείξεις ότι οι εταίροι των Ηνωμένων Πολιτειών κάνουν αυτά που δικαίως τους αναλογούν, ένας νέος πρόεδρος μπορεί να επιλέξει να παραμείνει στο περιθώριο της διεθνούς πολιτικής και να επικεντρωθεί σε εγχώρια ζητήματα.

Η Ομάδα των 9 πρέπει να δράσει τώρα για να προετοιμαστεί για τέτοιους κινδύνους. Ωστόσο, ταυτόχρονα, θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι χωρίς την βοήθεια των ΗΠΑ, μπορεί να κρατήσει την τάξη μόνο για λίγο. Μακροπρόθεσμα, το καλύτερο που μπορεί να ελπίζει να επιτύχει το G-9 είναι να κρατήσει την πόρτα ανοιχτή για την ενδεχόμενη επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι προκλήσεις προς την μεταπολεμική τάξη είναι υπερβολικά εκτεταμένες και το καθήκον της συλλογικής δράσης είναι πολύ μεγάλο για να αναμένεται από τα μέλη του G-9 να διατηρούν συμμαχίες, να συντηρούν ανοιχτές αγορές και να αψηφούν την δημοκρατική οπισθοδρόμηση επ’ αόριστον. Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ομάδα των 9 αποτελείται από εννέα διαφορετικές πολιτικές οντότητες (μεταξύ των οποίων μια που αντιπροσωπεύει 28 έθνη), η καθεμιά από τις οποίες αντιμετωπίζει ξεχωριστές πολιτικές πιέσεις και απαιτήσεις. Η ικανότητά τους να ενεργούν σε συνεννόηση και να ηγούνται σε παγκόσμιο επίπεδο θα είναι πάντοτε λιγότερο αποτελεσματική από αυτή μιας μοναδικής μεγάλης δύναμης.

Ευτυχώς, το «Πρώτα η Αμερική» δεν χρειάζεται να γίνει το μέλλον της Αμερικής. Αντ’ αυτού, θα μπορούσε να είναι μια παραγωγική παράκαμψη που υπενθυμίζει στην Ουάσινγκτον και τους συμμάχους της το γιατί δημιουργήθηκε η τάξη εξ αρχής. Πράγματι, το G-9, με το να επενδύει περισσότερο σε αυτή την τάξη και να φέρει μεγαλύτερο μερίδιο στις επιβαρύνσεις και τις ευθύνες της παγκόσμιας ηγεσίας, μπορεί όχι μόνο να συμβάλει στην διατήρηση της τάξης, αλλά και να την τοποθετήσει σε ένα πιο σταθερό και διαρκές θεμέλιο. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι αυτό που πολλοί ηγέτες των ΗΠΑ έχουν από καιρό αναζητήσει -μια πιο ισορροπημένη εταιρική σχέση με Ευρωπαίους και Ασιάτες συμμάχους στην οποία όλοι συνεισφέρουν το δίκαιο μερίδιό τους και έχουν λόγο για τον τρόπο με τον οποίο η τάξη πρέπει να εξελιχθεί για να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις.

Οι συμμαχικοί ηγέτες γνωρίζουν ότι πρέπει να αναλάβουν περισσότερη δράση. Κατανοούν ότι παρόλο που η κατάρρευση της φιλελεύθερης τάξης θα κοστίσει πολύ στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα κοστίσει σε εκείνους ακόμη περισσότερο. Ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων θα ενταθεί, οι αρπακτικές εμπορικές πρακτικές θα εξαπλωθούν και η δημοκρατική οπισθοδρόμηση που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη θα επιταχυνθεί. «Οι καιροί που μπορούσαμε να υπολογίζουμε εντελώς σε άλλους, έχουν τελειώσει σε κάποιο βαθμό», ανέφερε η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ λίγους μήνες μετά την ανάρρηση του Τραμπ στο αξίωμα. «Εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει πραγματικά να πάρουμε τη μοίρα μας στα χέρια μας». Τώρα είναι η στιγμή η Γερμανία και οι άλλες χώρες του G-9 να ταιριάξουν τις πράξεις με τα λόγια. Εάν καταλήξουν σε παράπονα και θρήνους, θα έχουν περισσότερα από τον Trump να κατηγορήσουν για τον θάνατο της βασισμένης σε κανόνες τάξης.

 

Ivo H. Daalder και James M. Lindsay

 

Copyright © 2018 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-09-30/committee-save-world-…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/articles/china/2018-08-16/how-democracies…
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/2017-07-03/un-needs-red-team
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-06-14/myth-liberal-order
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2018-07-09/nato-age-trump
[5] https://www.nytimes.com/2018/09/22/world/europe/trump-american-foreign-p…
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/asia/2017-08-15/trumps-gift-japan
[7] https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-03-05/world-after-trump
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/2018-08-10/strategic-thinking-ma…
[9] https://www.nytimes.com/2017/07/14/business/trans-pacific-partnership-tr…
[10] https://www.wsj.com/articles/eu-japan-strike-new-trade-deal-1499338631
[11] https://www.foreignaffairs.com/articles/asia/2018-07-16/new-military-str…
[12] https://digital.thechicagocouncil.org/what-americans-think-about-america…
[13] https://www.politico.eu/article/angela-merkel-europe-cdu-must-take-its-f…

foreignaffairs.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ