Η φτώχεια μετατοπίζεται στους νέους ανθρώπους

0
5

«Οι γυναίκες της μεσαίας τάξης θα δώσουν τη λύση στο δημογραφικό», είπε ο διευθυντής ερευνών του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών Διονύσης Μπαλούρδος κατά την ομιλία του στην κλειστή συνάντηση εργασίας που οργάνωσαν πρόσφατα η διαΝΕΟσις και το ΕΚΚΕ για τη χαμηλή γονιμότητα στην Ελλάδα και τις πολιτικές ενίσχυσης της οικογένειας. «Η στόχευση σε αυτήν την κατηγορία γυναικών είναι η μοναδική και ουσιαστική λύση», είπε ανατρέποντας την εκτίμηση ότι όλο και λιγότερα παιδιά θα συνεχίσουν να έρχονται από τα μεσαία εισοδηματικά στρώματα.

Πολλά έχουν αλλάξει την τελευταία 15ετία.

Σύμφωνα με τον κ. Μπαλούρδο, η ανισότητα μεταξύ των φύλων δεν οδηγεί πλέον σε όλες τις περιπτώσεις σε υψηλότερη γονιμότητα. Ερευνα του ΟΗΕ έδειξε ότι στην Ευρώπη, στις χώρες με την υψηλότερη γονιμότητα (Γαλλία, Σουηδία, Δανία, Ιρλανδία) καταγράφεται η χαμηλότερη ανισότητα φύλων.

Επίσης στη χώρα μας, όπου η ανισότητα των φύλων είναι σχετικά υψηλή, καταγράφεται πολύ χαμηλή γονιμότητα. Σε ορισμένες χώρες (Ρουμανία, Ουγγαρία, Βουλγαρία, Λετονία, Σλοβακία) παρατηρείται το παραδοσιακό πρότυπο – υψηλή ανισότητα με αντίστοιχα υψηλή γονιμότητα.

Το μορφωτικό επίπεδο

Ακόμη, έχει παρατηρηθεί ότι ενώ το μορφωτικό επίπεδο έχει αντιστρόφως ανάλογη σχέση με τον αριθμό παιδιών, στη χώρα μας, μεταξύ 2007 και 2011, η γονιμότητα των γυναικών με μέσο επίπεδο εκπαίδευσης σημείωσε αύξηση κατά περίπου 5%, ενώ στις άλλες δύο κατηγορίες (γυναίκες με υψηλό και χαμηλό μορφωτικό επίπεδο) η μεταβολή ήταν ασήμαντη. «Αρα είναι σημαντική η στόχευση στις γυναίκες μεσαίου μορφωτικού επιπέδου, με δεδομένη την ήδη υψηλή γονιμότητα των γυναικών με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και το μικρό μερίδιο (1/5) των γυναικών με υψηλό μορφωτικό επίπεδο». Επίσης, όπως σημειώνει ο κ. Μπαλούρδος, «η σχέση μεταξύ γυναικείας απασχόλησης και γονιμότητας σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αντιστραφεί. Ηταν αρνητική στη δεκαετία του 1960-1970, όταν οι γυναίκες που έμεναν στο σπίτι έκαναν κατά κανόνα περισσότερα παιδιά, αλλά τώρα είναι θετική. Τα ποσοστά γονιμότητας έχουν ανακτηθεί σε χώρες όπως η Γαλλία και οι Σκανδιναβικές χώρες, όπου η απασχόληση των γυναικών τείνει να γίνει κανόνας. Στη χώρα μας η τάση είναι επίσης θετική. Η απασχόληση των γυναικών ενισχύει τις γεννήσεις. Ενώ η γονιμότητα των μη απασχολούμενων γυναικών, μεταξύ 2007-2011, έπεσε από το 1,5 στο 1,32, εκείνη των εργαζόμενων αυξήθηκε από το 1,32 στο 1,52, δηλαδή πάνω από την παγίδα χαμηλής γονιμότητας, υποδεικνύοντας παράλληλα τη σημασία της ασφάλειας της εργασίας στην περίοδό της κρίσης». Δηλαδή, ενώ θα ανέμενε κανείς, οι χώρες με υψηλά ποσοστά χειραφέτησης των γυναικών, συμμετοχής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και στην εργασία, να έχουν χαμηλότερη γονιμότητα, συμβαίνει το αντίθετο. Κι αυτό, λόγω της εφαρμογής κατάλληλων πολιτικών, καθώς η πολιτισμική στροφή προς μεταμοντέρνα πρότυπα έκανε τον γάμο λιγότερο ελκυστικό, την εκτός γάμου συγκατοίκηση προτιμητέα, τον μικρό αριθμό παιδιών ή την ατεκνία ένδειξη αυτοπραγμάτωσης. Πρόκειται για τη συγκυρία που οι δημογράφοι αποκαλούν «δεύτερη δημογραφική μετάβαση» και η οποία οδηγεί στην «παγίδα της χαμηλής γονιμότητας», το όριο γονιμότητας κάτω από το οποίο αν μια χώρα βρεθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορεί πλέον να το υπερβεί. Οπως δείχνει η εμπειρία χωρών της Βόρειας Ευρώπης, οι φιλικές προς την οικογένεια και την απασχόληση πολιτικές που διευκολύνουν τις γυναίκες με παιδιά να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στην αγορά εργασίας και όχι οι εν γένει πολιτικές ενίσχυσης των γεννήσεων, ήταν που βοήθησαν να αυξηθούν τα ποσοστά γέννησης. Εκεί όπου οι οικογένειες λαμβάνουν ένα υψηλό επίπεδο κρατικών ενισχύσεων, ιδίως με τη μορφή υπηρεσιών παιδικής φροντίδας, «υποχρεωτική» γονική άδεια για τους πατέρες (στις Σκανδιναβικές χώρες κυρίως) και όπου εφαρμόζεται ένα μείγμα γενικής πολιτικής που υποστηρίζει την απασχόληση των γυναικών, οι γεννήσεις και η γυναικεία οικονομική δραστηριότητα είναι υψηλές (Μπαλούρδος, Δεμερτζής, Πιερράκος, Κικίλιας, 2019).

«Σε χώρες όπου θεσμικά και αξιακά ενισχύονται πολιτικές που υποστηρίζουν τους πιο παραδοσιακούς ρόλους των φύλων, η σύγκρουση μεταξύ ρόλων και ευκαιριών για τις γυναίκες, “η ποινή μητρότητας” και η ανισότητα στο νοικοκυριό ωθούν τις γυναίκες να αναβάλουν ή να αποποιηθούν πλήρως την τεκνοποίηση. Κατά τη διάρκεια της ύφεσης στην Ελλάδα, η δυσκολία συνδυασμού του ρόλου του γονέα και του απασχολούμενου θεωρείται σημαντική αιτία της αναβολής της γονιμότητας», τονίζει ο κ. Μπαλούρδος.


Ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, Θεόδωρος Μητράκος.

Από το 1987 η Ελλάδα καταγράφει έναν δείκτη γονιμότητας κάτω από 1,5 παιδιά/γυναίκα. Μάλιστα έχει πέσει κάτω και από το επίπεδο ακραίας χαμηλής γονιμότητας, 1,3 παιδιά ανά γυναίκα. Το ποσοστό τελικής ατεκνίας αυξάνεται. Το 16,3% των γυναικών που γεννήθηκαν το 1965 και είναι σήμερα 53 ετών, έμεινε ηθελημένα άτεκνο (στη γενιά των κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερων γυναικών το ποσοστό ήταν 10,5%). Παράλληλα, όλο και συρρικνώνεται για τους Ελληνες το ιδανικό μέγεθος οικογένειας. Ετσι, σύμφωνα με την έρευνα της διαΝΕΟσις και του ΕΚΚΕ, επιβάλλονται μέτρα για την απόκτηση παιδιών σε νεότερη ηλικία, ισότητα των φύλων, συμφιλίωση οικογενειακής και εργασιακής ζωής, μια οικογενειακή πολιτική για όλο το φάσμα των νοικοκυριών (με 0, 1, 2, 3, 4 και άνω παιδιά).

Επιπροσθέτως, «σε δημογραφικό αδιέξοδο έχει οδηγήσει και η πολιτική πόλωση, λόγω της απουσίας μιας πολιτικής που να απευθύνεται τόσο σε παραδοσιακές οικογένειες οι οποίες συνήθως ψηφίζουν κεντρώα ή δεξιά κόμματα όσο και σε αντισυμβατικές που κατά κανόνα προτιμούν τους αριστερούς σχηματισμούς. Τα πρότυπα οικογένειας διαχωρίζουν όπως ακριβώς και η πολιτική. Για να υπάρξει αποτέλεσμα απαιτείται συναίνεση και συμβολή υπερκομματική», παρατηρεί ο κ. Μπαλούρδος.

Η μετατόπιση της φτώχειας στους νέους πλήττει τις γεννήσεις

Ανατροπές, όπως η μετατόπιση της φτώχειας από τους ηλικιωμένους στα παιδιά και στα νεαρά ζευγάρια με παιδιά, αναμένεται να επιτείνουν την ήδη ακραία χαμηλή γονιμότητα. Τις οικονομικές παραμέτρους που συνδέονται με το δημογραφικό, αλλά και τις επιπτώσεις των μειωμένων γεννήσεων στα δημόσια οικονομικά αναλύει στην «Κ» ο υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Θεόδωρος Μητράκος, εκ των βασικών ομιλητών στην κλειστή συνάντηση εργασίας της διαΝΕΟσις και του ΕΚΚΕ.

«Η επιδείνωση που καταγράφηκε στην Ελλάδα κατά την κρίση ήταν ιδιαίτερα έντονη για τους νέους και κυρίως τους νέους ανέργους. Η ομάδα των ανέργων εισήλθε στην κρίση με εξαιρετικά υψηλά ποσοστά (κινδύνου) φτώχειας (2008: 36,8%, 2010: 38,5%), που διευρύνθηκαν δραματικά (2012: 45,8%, 2014: 45,9%, 2016: 47,1%). Μόνο κατά το 2017 ο κίνδυνος φτώχειας μειώθηκε ελαφρά στο 45,5%, παραμένοντας περίπου κατά 10 μονάδες υψηλότερος σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα και περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερος σε σχέση με το σύνολο του πληθυσμού», σημειώνει ο κ. Μητράκος και συνεχίζει. «Επίσης, είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι πλέον καταγράφονται υψηλότεροι δείκτες σχετικής φτώχειας μεταξύ των παιδιών ηλικίας 0-17 ετών (2017: 24,5%) έναντι του συνολικού πληθυσμού (20,2%), ενώ για άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω το σχετικό ποσοστό έχει περιοριστεί σημαντικά (12,4%). Κατά συνέπεια, ο κίνδυνος παιδικής φτώχειας μπορεί να επηρεάζει δυσανάλογα τις γεννήσεις, αλλά και τις συνθήκες διαβίωσης των παιδιών. Σε έναν πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η φτώχεια φαίνεται να μετατοπίζεται από τους ηλικιωμένους στα νεότερα ζευγάρια με παιδιά, από τις αγροτικές προς τις αστικές περιοχές και από τους λιγότερο εκπαιδευμένους προς τις υψηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες. Στις ομάδες υψηλού κινδύνου φτώχειας στην Ελλάδα (έρευνα 2017) συγκαταλέγονται τρεις κατηγορίες πληθυσμού που επηρεάζουν τους δημογραφικούς δείκτες: τα μονογονεϊκά νοικοκυριά (30,5%), τα νοικοκυριά με 2 ενήλικες και τρία ή περισσότερα παιδιά (24,2%), τα παιδιά 0-17 ετών (24,5%)».

Μάλιστα, όπως αναφέρει ο κ. Μητράκος, «η επιδείνωση των δεικτών φτώχειας ήταν ακόμη πιο δραματική σε απόλυτους όρους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της EU-SILC 2017, στην Ελλάδα το 46,3% του πληθυσμού θα κατατασσόταν ως φτωχό με βάση τις συνθήκες του 2008. Η απόλυτη φτώχεια παραμένει υψηλή κυρίως λόγω της μείωσης του ΑΕΠ και του διαθέσιμου εισοδήματος, η οποία ουσιαστικά μετατοπίζει όλη την κατανομή του εισοδήματος προς τα κάτω. Σημαντικός είναι και ο ρόλος της υψηλής ανεργίας, παρά τη μείωση που καταγράφηκε τα τελευταία έτη. Ωστόσο, η σχετική φτώχεια ενώ αυξήθηκε από 20,1% το 2010 σε 23,1% το 2012 και 2013, έχει σχεδόν επανέλθει στα προ της κρίσης επίπεδα (2017: 20,2%), παραμένοντας όμως σημαντικά υψηλότερη από τον μέσον όρο της Ε.Ε.-28».

Ο ρόλος της οικογένειας

«Σημαντικό μέρος των οικονομικών κραδασμών στη διάρκεια της κρίσης απορρόφησε η ευρύτερη οικογένεια, διαφυλάσσοντας την κοινωνική συνοχή, χωρίς τη βοήθεια των δημόσιων πόρων. Μόλις το 4% του συνόλου των κοινωνικών δαπανών στην Ελλάδα κατευθύνθηκε προς την οικογένεια και τα παιδιά (έναντι 8,7% στην Ε.Ε.-28). Η χορήγηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων (με εισοδηματικά κριτήρια) στην περίοδο της κρίσης ήταν, ωστόσο, προς τη σωστή κατεύθυνση», λέει ο κ. Μητράκος.

«Οι δημογραφικές εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα και τα δημόσια οικονομικά. Η μείωση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού επιδρά αρνητικά στον ρυθμό αύξησης των τακτικών δημόσιων εσόδων, καθώς επηρεάζει τις εισπράξεις ασφαλιστικών εισφορών και τη φορολόγηση εισοδημάτων από παραγωγικές δραστηριότητες. Η γήρανση του πληθυσμού συνεπάγεται αυξημένη δαπάνη για συντάξεις και παροχές υγείας. Παράλληλα, αλλάζει σημαντικά η σύνθεση των φόρων, καθώς μεταβάλλεται η δομή της φορολογικής βάσης, με μετατόπιση από τη φορολόγηση των εισοδημάτων από εργασία προς τη φορολόγηση της κατανάλωσης και του πλούτου από τη συσσώρευση αποταμιεύσεων», εξηγεί ο ίδιος.

Ακόμη, «η μετατόπιση της κατανομής του εργατικού δυναμικού υπέρ μεγαλύτερων ηλικιών επιδρά αρνητικά στο παραγόμενο προϊόν και στην παραγωγικότητα της εργασίας. Βραχυπρόθεσμα, η μεγαλύτερη συμμετοχή των ατόμων 65+ στον συνολικό πληθυσμό ενισχύει την καταναλωτική δαπάνη, λόγω της υψηλότερης ροπής της συγκεκριμένης ομάδας προς κατανάλωση, και αυξάνει το εθνικό προϊόν. Πιο μακροπρόθεσμα, όμως, η επίδραση είναι αρνητική, καθώς η μείωση του αριθμού των παραγωγών και των εν δυνάμει καταναλωτών, διαμορφώνει αρνητικές προσδοκίες για τον ρυθμό αύξησης του δυνητικού προϊόντος. Επίσης, χάνεται η δυναμική στην παραγωγικότητα από την ώθηση που μπορεί να προσφέρει ένα πιο νεανικό εργατικό δυναμικό, αριθμητικά αλλά και μέσω της εξοικείωσής του με νέες τεχνολογίες και καινοτομίες.

Πολλές εμπειρικές μελέτες έχουν εκτιμήσει την επίδραση της γήρανσης του πληθυσμού στο ΑΕΠ. Σε πρόσφατη μελέτη των Ρομπόλη και Μπέτση για την Ελλάδα έχει εκτιμηθεί ότι, λόγω της γήρανσης του εργατικού δυναμικού, εάν μία επιδίωξη της οικονομικής πολιτικής είναι ετήσια αύξηση του ΑΕΠ κατά 2%, τότε στην πραγματικότητα θα απαιτείται ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης κοντά στο 4%. Αυτό θα επιβαρύνει, εκτός από τα δημοσιονομικά μεγέθη, και το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης θα επιβαρύνεται ετησίως κατά 1,3 δισ. ευρώ τα επόμενα έτη και έως το 2060», καταλήγει ο κ. Μητράκος.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ 

kathimerini.gr

Νίκος Σίμος

Ρήξη - ανατροπή σε ότι μας κρατάει πίσω και μας χαρακτηρίζει σταθερό απότοκο της Οθωμανικής δουλείας
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ