Μακάβρια διλήμματα για τις κυβερνήσεις – Η πίεση για επανέναρξη της οικονομίας μπορεί να αυξήσει δραματικά το κόστος σε ανθρώπινες ζωές

0
8

 ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ

Η φύση της πανδημίας θέτει για τις κυβερνήσεις ολόκληρου του πλανήτη πρωτοφανή διλήμματα μεταξύ ζωής, θανάτου και οικονομίας. Όσο περνάνε οι μέρες αυτά τα διλήμματα πρόκειται να γίνουν ακόμα πιο αμείλικτα.
● Αν το lockdown σώζει ζωές αλλά στραγγίζει την οικονομία, πόσο πρέπει να διαρκέσει;
● Αν το τίμημα είναι η άνοδος της ανεργίας και οι χρεοκοπίες εταιρειών, πόσες μπορεί να σηκώσει μια χώρα;
● Θα πρέπει οι ιατρικοί πόροι να πάνε στη μάχη κατά της Covid-19 ή και σε ασθενείς που πάσχουν από άλλες σοβαρές ασθένειες;

Τους αμέσως επόμενους μήνες σκληρές και μακάβριες επιλογές, όπως αυτές που λαμβάνονται από το ιατρικό προσωπικό στα νοσοκομεία της Ιταλίας για το ποιος, ίσως, επιβιώσει και ποιος θα αφεθεί να πεθάνει, θα αναγκαστούν να πάρουν και οι κυβερνήσεις. Να βάλουν, δηλαδή, στη ζυγαριά τη ζωή των πολιτών από τη μία και το οικονομικό κόστος της καραντίνας από την άλλη.
Προς το παρόν όλες οι προσπάθειες της πλειονότητας των κρατών αποσκοπούν στο να περιορίσουν όσο περισσότερο γίνεται το ανθρώπινο κόστος της πανδημίας με κάθε τρόπο παρά τον οικονομικό όλεθρο. Άλλωστε στην οξεία φάση της πανδημίας, όπου βρισκόμαστε τώρα, το να σωθούν ζωές είναι καλό όχι μόνο για τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους, αλλά και για την οικονομία.

Το Πανεπιστήμιο του Σικάγου υπολόγισε ότι, αν στις ΗΠΑ η κυβέρνηση δεν έπαιρνε κανένα μέτρο, θα πέθαιναν πάνω από 3 εκατομμύρια άνθρωποι. Αν εισάγονταν τα μίνιμουμ μέτρα ελαφράς κοινωνικής αποστασιοποίησης, αυτός ο αριθμός θα έπεφτε κατά 1,7 εκατομμύρια και οι θάνατοι θα περιορίζονταν σε 1,5 εκατομμύριο.
Πρόκειται για τραγικό σενάριο, αλλά ακόμη κι έτσι θεωρείται ότι θα υπήρχαν σημαντικά οικονομικά οφέλη. Το μοντέλο υπολόγισε ότι αυτοί οι 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι που τελικώς δεν θα πέθαιναν έχουν αξία 8 τρισ. δολάρια, δηλαδή το 40% του ΑΕΠ. Άρα η επιλογή των κρατών να βάλουν προτεραιότητα τη ζωή των πολιτών δεν είναι μόνο αλτρουιστική, αλλά οφείλεται και σε «κυνικούς» οικονομικούς υπολογισμούς. Οι μαζικοί θάνατοι κοστίζουν στην οικονομία…

Η πολυπλοκότητα αυτών των αποφάσεων που καλούνται να λάβουν οι κυβερνήσεις εντείνεται όσο ο ιός, για τον οποίο δεν υπάρχει γνωστή θεραπεία, επελαύνει σε όλο και περισσότερες χώρες.
● Στην Αμερική η ομάδα του Προέδρου υπολογίζει να έχουν, στο καλό σενάριο, 240.000 θανάτους και το Πεντάγωνο «ξεσκονίζει» τα απόρρητα σχέδια έκτακτης ανάγκης για το εσωτερικό: Σε περίπτωση που η πανδημία καταστήσει την κυβέρνηση ή το Κογκρέσο «εκτός μάχης», ο στρατός θα μπορούσε να αναλάβει τον έλεγχο στις ΗΠΑ για να διατηρήσει την τάξη.
● Η Ινδία προσπαθεί απεγνωσμένα, μέσω αυστηρού lockdown, να καθυστερήσει τη διασπορά της αρρώστιας μέχρι να υπάρξει θεραπεία. Αλλά εκατοντάδες εκατομμύρια Ινδοί δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να μείνουν σπίτι και η πολιτεία δεν έχει να τους πληρώνει. Υπάρχουν πάμπολλες παραγκουπόλεις που η αποστασιοποίηση και η στοιχειώδης υγιεινή είναι αδύνατη.
● Η Ευρώπη κατέβασε επίσης τον διακόπτη στην οικονομία της, αλλά επιχειρεί να σώσει δουλειές και να περιορίσει τις χρεοκοπίες.

Το να κατεβάζουν ρολά ολόκληρες οικονομίες θα έχει τεράστιες οικονομικές ζημιές. Κάποιες κυβερνήσεις, αρχικά τουλάχιστον – κι ευτυχώς όχι πολλές –, αποφάσισαν ότι οι ανθρώπινες ζωές μετρούν λιγότερο από τη διατάραξη της οικονομίας.
Υπάρχουν μοντέλα που δείχνουν ότι αν αφεθεί ο ιός να μολύνει ολόκληρο τον πληθυσμό μιας χώρας – η περιβόητη «ανοσία αγέλης» του Μπόρις Τζόνσον – η ζημιά στην οικονομία ίσως είναι μικρότερη, αλλά με εκατοντάδες χιλιάδες, μπορεί και εκατομμύρια περισσότερους νεκρούς. Τέτοια μοντέλα, βέβαια, επιχειρούν να συγκρίνουν εντελώς μη συγκρίσιμα πράγματα, όπως τις ανθρώπινες ζωές με τις δουλειές και την οικονομία.

Οι τρεις βασικές αρχές
Πάντα στις πανδημίες, όπως και στον πόλεμο, οι αποφάσεις των αρχηγών κρατών, όποιες κι αν είναι, θα έχουν η κάθε μια μεγάλες κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις.
Παντού γίνονται αντισταθμίσεις και ζυγίζονται προτεραιότητες. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να φροντίσουν αυτό το ζύγισμα οικονομικών και κοινωνικών προτεραιοτήτων να διέπεται από κάποιες αρχές, που, όμως, ίσως αποδειχθεί δύσκολο να τηρηθούν όσο οι μήνες προχωράνε και οι απώλειες στο ΑΕΠ θα γίνονται δυσβάσταχτες, σύμφωνα με τον «Economist».

1. Η πρώτη αρχή είναι να στηριχτούν αυτοί που θα χάσουν τα περισσότερα. Οι εργαζόμενοι που βλέπουν τις δουλειές τους να κλείνουν είναι απαραίτητο να λάβουν επιπλέον βοήθειες και διασφαλίσεις. Όπως και να έχει, η ανεργία εκτινάσσεται ήδη στις περισσότερες χώρες.
2. Η δεύτερη αρχή είναι ότι τα κράτη θα πρέπει να προσαρμοστούν. Η ισορροπία μεταξύ κόστους και ωφέλειας αναμένεται από τους ειδικούς αναλυτές να αλλάξει όσο η πανδημία προχωράει. Προς το παρόν τα lockdown εξασφαλίζουν στις χώρες χρόνο, κάτι ανεκτίμητο σε μια πανδημία, προκειμένου να βρεθούν θεραπείες κι εμβόλια.
Όταν τα μέτρα αρθούν, ο κορωνοϊός είναι πιθανό να αρχίσει να εξαπλώνεται ραγδαία και πάλι. Για να περιοριστεί αυτό, οι κοινωνίες θα πρέπει όσο διαρκεί η καραντίνα να προετοιμαστούν με έναν τρόπο που δεν είχαν κάνει για το πρώτο κύμα του ιού. Να στελεχώσουν τα συστήματα Υγείας με περισσότερους αναπνευστήρες, κρεβάτια και προσωπικό, να μελετήσουν νέους τρόπους αντιμετώπισης του ιού και να οργανώσουν στρατιές από ομάδες εντοπισμού και διενέργειας ελέγχων για να γνωρίζουν ποιοι από τον πληθυσμό είναι ασφαλές να βγουν ξανά «εκεί έξω».
Όλα αυτά θα επιτρέψουν να μειωθεί το κόστος της επανεκκίνησης της οικονομίας στην υγεία και τις ζωές των πολιτών.
3. Η τρίτη αρχή θα είναι να γίνουν όσο το δυνατόν λιγότερες «εκπτώσεις» στην ανθρώπινη ζωή όταν οι εβδομάδες προχωρήσουν και τα κράτη βρεθούν μπροστά σε άβυσσο οικονομικής ύφεσης. Είναι πιθανό να μην βρεθούν σύντομα θεραπείες και οι μαζικοί έλεγχοι να αποτύχουν.

Μέχρι το καλοκαίρι οι οικονομίες θα έχουν σημειώσει διψήφια πτώση στο ΑΕΠ τριμήνου. Οι αγορές θα κατακρημνίζονται και οι επενδύσεις θα καθυστερούν. Υπολογίζεται ότι, αν το lockdown κρατούσε σχεδόν έναν χρόνο, θα κόστιζε στην Ευρωζώνη και τις ΗΠΑ τουλάχιστον το ένα τρίτο του ΑΕΠ.
Αν και αυτό είναι μια επιλογή, καμιά κυβέρνηση προς το παρόν δεν είναι έτοιμη να παραδεχτεί ότι το κόστος των μέτρων καραντίνας θα μπορούσε να υπερβαίνει τα οφέλη. Μπορεί να το σκεφτούν κάποιες κυβερνήσεις, αλλά θα ήταν απάνθρωπο.

Οι περισσότερες χώρες που βρίσκονται σε lockdown το αποφάσισαν ζυγίζοντας το κόστος της απραξίας (όπως το να αφήσουν την οικονομία να τρέχει κανονικά κι ας πεθαίνει κόσμος) και το κόστος της λήψης μέτρων βασιζόμενες σε επιδημιολογικά μοντέλα.

Προβλέψεις και προβλήματα
Τα μοντέλα αυτά χωρίζονται σε δυο βασικές κατηγορίες.
● Η πρώτη προσπαθεί να συλλάβει τους μηχανισμούς με τους οποίους εξαπλώνεται μια ασθένεια εξετάζοντας όλες τις πιθανές εξισώσεις στον γενικό πληθυσμό, θεωρώντας το σύνολο του κόσμου εκτεθειμένο στον ιό και χωρίζοντάς το σε υποομάδες βάσει ηλικίας, φύλου, επαγγέλματος κ.λπ. Όπως, για παράδειγμα, το μοντέλο του Imperial College του Λονδίνου, που επηρέασε την πολιτική της Βρετανίας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
● Η δεύτερη κατηγορία είναι μοντέλα που δεν επιχειρούν να αναλύσουν τις δυναμικές της αρρώστιας στον πληθυσμό, αλλά βασίζονται σε μια κυλιόμενη έννοια του μέσου όρου, ουσιαστικά προβλέποντας το τι θα συμβεί την επόμενη εβδομάδα με βάση το τι συνέβη την προηγούμενη.

Το πρόβλημα με το σύνολο των επιδημιολογικών μοντέλων είναι ότι βασίζονται κυρίως σε επιδημίες γρίπης και είναι ανεπαρκή όσον αφορά τον κορωνοϊό, καθώς πολλές πληροφορίες είναι άγνωστες. Αυτό δημιούργησε σοβαρά προβλήματα σε κάποιες χώρες. Η Ολλανδία υπολόγισε τις ανάγκες της σε κλίνες ΜΕΘ στηριζόμενη σε ένα μοντέλο που σχεδιάστηκε πάνω στην επιδημία γρίπης, με αποτέλεσμα να συνειδητοποιήσει ότι στις 6 Απριλίου θα ξέμενε από ΜΕΘ.

Με ή χωρίς επαρκή επιδημιολογικά μοντέλα, πάντως, οι περισσότερες κυβερνήσεις άρχισαν ήδη να ψάχνουν για μια στρατηγική εξόδου από το lockdown καθώς η οικονομική πίεση γιγαντώνεται.
Ήδη στη Γερμανία ο πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας – Βεστφαλίας είπε ότι ήρθε η ώρα να συζητήσουν μια στρατηγική εξόδου. Η Μέρκελ είχε δηλώσει στις 26 Μαρτίου ότι δεν πρόκειται καν να υπάρξει συζήτηση για έξοδο από το lockdown μέχρι το διάστημα διπλασιασμού των κρουσμάτων να επιμηκυνθεί πέρα από τις δέκα ημέρες. Όταν έκανε αυτή τη δήλωση, το διάστημα διπλασιασμού στη χώρα της ήταν τέσσερις ημέρες. Σήμερα είναι οκτώ.

Μια βασική πρόβλεψη, κοινή σε όλα τα επιδημιολογικά μοντέλα, είναι ότι για να ξεπεραστεί μια επιδημία και να ξαναρχίσουν οι φυσιολογικοί ρυθμοί ζωής πρέπει να διασφαλιστεί το κομμάτι του πληθυσμού που παραμένει ευάλωτο να ασθενήσει, όσοι δηλαδή δεν έχουν δημιουργήσει αντισώματα. Αυτό μπορεί να ρυθμιστεί μέσω εμβολιασμού, αλλά στην περίπτωση της Covid-19 δεν υπάρχει εμβόλιο.

Τι γίνεται μετά…
Επειδή, όμως, οι χώρες δεν πρόκειται να συνεχίσουν τα lockdown μέχρι να βρεθεί εμβόλιο ή έστω θεραπεία, η επανεκκίνηση της «ανθρώπινης μηχανής» θα πρέπει να γίνει με ένα πολύ αργό και σταδιακό πλάνο εξετάζοντας ξεχωριστά την αποδοτικότητα των διαφόρων μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης, ώστε να γνωρίζουν ποια μέτρα να χαλαρώσουν και ποια να αυστηροποιήσουν.
Η εργασία από το σπίτι για παράδειγμα, σε όσες δουλειές είναι εφικτή, θα μπορούσε να συνεχιστεί και μετά την πρώτη βαθμίδα χαλάρωσης του lockdown.

Πρόσφατες έρευνες του MIT, της Federal Reserve Bank της Νέας Υόρκης και του Πανεπιστημίου του Ουαϊόμινγκ έδειξαν ότι όσο πιο αργά και πιο μεθοδικά περιορίζει ένας τόπος, μια πόλη, μια χώρα την εξάπλωση μιας επιδημίας τόσο καλύτερη είναι η οικονομική επίδοση μετά. Κι αυτό επειδή δεν θα αντιμετωπίσει και νέα απότομη αύξηση θανάτων και κρουσμάτων μόλις αποσύρει ξαφνικά τα περισσότερα μέτρα.
Στην πραγματικότητα μια κυβέρνηση που προσπαθεί να δώσει προτεραιότητα στην οικονομία της παρά στην υγεία των πολιτών της το πιθανότερο είναι να καταλήξει να χάσει και στα δύο.

Αν δεν υπάρξουν υποχρεωτικές πολιτικές μετριασμού του κινδύνου του κορωνοϊού από το κράτος, οι πολίτες θα περιορίσουν από μόνοι τους τον χρόνο που εργάζονται, καταναλώνουν και κυκλοφορούν εκτός σπιτιού, σε μια προσπάθεια να μειώσουν την έκθεσή τους στον ιό και να διαφυλάξουν τη ζωή και την υγεία τους. Στη Νότια Κορέα, για παράδειγμα, όπου η πανδημία είναι σχετικά ελεγχόμενη, η κυβέρνηση δεν έχει κλείσει τους κινηματογράφους, κι όμως είναι άδειοι.

Θα υπήρχαν σοβαρές συνέπειες και στην παραγωγικότητα, με πολλές επιχειρήσεις να προσπαθούν να ξαναρχίσουν τη δουλειά σαν να μην υπάρχει η πανδημία, αλλά με εργαζόμενους να νοσούν.
Το βέβαιο είναι ότι, μόλις μια χώρα χαλαρώσει τα μέτρα, ξεκινήσει την οικονομία της και παράλληλα καταφέρνει να διατηρεί χαμηλό τον ρυθμό που μολύνεται το πιο ευάλωτο κομμάτι του πληθυσμού, τότε θα ακολουθήσουν γρήγορα και οι υπόλοιπες…

 

topontiki.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ