Σκοπιανό: Επανασύνδεση με την Ιστορία και την Αλήθεια

0
3

Η τροπή που έχει πάρει σήμερα το ζήτημα της ονομασίας της Fyrom δεν πρέπει, πιστεύω, να μας κάνει να ξεχνάμε όχι μόνο πώς φτάσαμε ως εδώ αλλά και γιατί φτάσαμε με τις σημερινές προϋποθέσεις και δυνατότητες. Η επανασύνδεση με την αλήθεια και την Ιστορία δεν είναι μόνο χρήσιμη. Είναι χρέος για όποιον θέλει να πάρει θέση, πόσο μάλλον να επηρεάσει τις αποφάσεις.

Στην προηγούμενη φάση έντονης κινητικότητας (1991-1993) ξεχωρίζουν έξι σταθμοί, και αντίστοιχα ελληνικά λάθη:

  • Η εσφαλμένη εντύπωση της τότε κυβέρνησης ότι, αμέσως μετά τη διάλυση της τέως Γιουγκοσλαβίας, το Δεκέμβριο του 1991, η δήλωση του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΚ), στην οποία γινόταν λόγος για σεβασμό του βαλκανικού στάτους κβο, «συμπεριλαμβανομένης της χρήσης ονόματος που θα υποδήλωνε εδαφικές διεκδικήσεις», εξασφάλιζε τις ελληνικές θέσεις και δεν χρειαζόταν να επιδιωχθεί κάτι περισσότερο. Παρουσιάστηκε τότε, για πρώτη και τελευταία φορά, λόγω και του διχασμού των 12 κρατών-μελών της ΕΚ ως προς τις εξελίξεις στη Γιουγκοσλαβία, η θεσμική ευκαιρία να επιβάλλει η Ελλάδα, ακόμα και υπό την απειλή βέτο, το οριστικό ξεκαθάρισμα του ονόματος του νεοϊδρυόμενου γειτονικού κράτους, σύμφωνα με τα προ της διάλυσης διπλωματικά δεδομένα.
  • Η σχεδόν συνειδητή, και πάντως για κομματικούς λόγους (όπως επισήμαναν στη συνεδρίαση της 6ης Νοεμβρίου 1995 της Βουλής ο Κάρολος Παπούλιας –πρακτικά Βουλής, σελ. 1031- αλλά και ο Μιλτιάδης Έβερτ –πρακτικά Βουλής, σελ. 1033-, αργότερα δε σε βιβλίο του και ο Γεώργιος Ράλλης), απουσία Έλληνα συμμετέχοντος στην «Επιτροπή Μπαντεντέρ» (από το όνομα του σπουδαίου Γάλλου νομομαθούς και πρώτου Υπουργού Δικαιοσύνης του Μιτεράν), η οποία συστάθηκε για να καθορίσει τους όρους και τα προσόντα αναγνωρίσεως των περιοχών της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Στην Επιτροπή αυτή συμμετείχαν πρόεδροι Συνταγματικών Δικαστηρίων χωρών της ΕΚ (Γαλλίας, Γερμανίας, Ισπανίας, Βελγίου, Ιταλίας) και ζήτησε να συμμετάσχει, λόγω προφανούς εννόμου συμφέροντος, και η Ελλάδα. Επειδή η Ελλάδα δεν διαθέτει Συνταγματικό Δικαστήριο, ζητήθηκε από την Επιτροπή η συμμετοχή του τότε Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας Βασίλη Μποτόπουλου.

Όμως η κυβέρνηση, θεωρώντας το συγκεκριμένο ανώτατο δικαστή persona non grata, αρνήθηκε τη συμμετοχή του και αντιπρότεινε έναν Αντιπρόεδρο του ίδιου Δικαστηρίου, που δεν έγινε δεκτός από την Επιτροπή. Η χώρα μας  έμεινε χωρίς εκπροσώπηση και η Επιτροπή εξέδωσε ένα πολύ δυσμενές για τις ελληνικές θέσεις πόρισμα, στο οποίο αναφερόταν ότι «Η Δημοκρατία της Μακεδονίας ικανοποιεί τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αναγνώριση των νέων κρατών» -κι έτσι άνοιξε διάπλατα ο δρόμος των περί το όνομα διεκδικήσεων. Δεν το λέω επειδή ήταν ο πατέρας μου και ξέρω τι θα μπορούσε να προσφέρει, αλλά γιατί, με τα λόγια του Γεωργίου Ράλλη στο βιβλίο του «Εις ώτα μη ακουόντων» (εκδ. Ελληνοεκδοτική, 1995), «δεν υπάρχει προηγούμενο Υπουργοί Εξωτερικών ή Πρωθυπουργοί οποιασδήποτε ελληνικής κυβερνήσεως να απεμπόλησαν το δικαίωμα της χώρας να διορίσει εκπρόσωπό της σε διεθνή οργανισμό, όταν επρόκειτο να συζητηθεί σ’ αυτόν εθνικό μας θέμα» (σελ. 32). Κάτι που αναγνώρισε, προς τιμήν του, έστω και εκ των υστέρων, και ο Πρωθυπουργός της εποχής, Κων/νος Μητσοτάκης: «Η Επιτροπή Μπαντεντέρ ήταν πλήγμα για την Ελλάδα» (συνεδρίαση 6ηςΝοεμβρίου 1995, πρακτικά Βουλής, σελ. 1035).

  • Επιβαρυντική της κατάστασης ήταν και η παρατεταμένη επίσημη ελληνική διγλωσσία, αφού επί του θέματος υπήρχε για μήνες ανοιχτή διάσταση απόψεων μεταξύ του Πρωθυπουργού Κων/νου Μητσοτάκη και του Υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά. Το ζήτημα τελικά «λύθηκε» με την αντικατάσταση/αποπομπή του Υπουργού Εξωτερικών, αλλά εν τω μεταξύ το κακό είχε γίνει, τόσο όσον αφορά τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας μας, όσο και ως προς την επικράτηση των συναισθηματικών εξάρσεων επί των διπλωματικών χειρισμών.
  • Η, ακόμα και μετά το ενδοκυβερνητικό «ξεκαθάρισμα», διολίσθηση στη μαξιμαλιστική επιλογή της ολοσχερούς απόκρουσης της λέξης «Μακεδονία» -«ή όλα ή τίποτα»- επιδείνωσε την ελληνική θέση εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αναζωπύρωσε και το σκοπιανό μαξιμαλισμό (ήλιος της Βεργίνας στη σημαία) κι «έκαψε» εν τη γενέσει του το περίφημο «πακέτο Πινέιρο» (Απρίλιος 1992), που αποτελεί τη βάση της «λύσης» που συζητάμε σήμερα, 26 χρόνια αργότερα.
  • Ακολούθησε, επί πορτογαλικής Προεδρίας, η μη αξιοποίηση των αποφάσεων του Γκιμαράες και της Λισαβόνας, το Μάιο και τον Ιούνιο του 1992, αντίστοιχα, που επί της ουσίας δικαίωναν, ή θα μπορούσαν να στηρίξουν, τις ελληνικές θέσεις για το όνομα. Η επόμενη προεδρία, η βρετανική, αλλάζει στάση: αρχειοθετεί την απόφαση της Λισαβόνας, προτείνει το σύνθετο όνομα «Μακεδονία- Σκόπια» και επισημοποιεί το «δόγμα του ρεαλισμού» στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Εδιμβούργου, το Δεκέμβριο του 1992. Με θριαμβολογίες και χωρίς καμία διπλωματική και πολιτική προετοιμασία, παρά την απώλεια του παραθύρου ευκαιρίας επί πορτογαλικής προεδρίας, η ελληνική πλευρά πήγε ως πρόβατο επί σφαγή στην επόμενη, και τελειωτική, ήττα όσον αφορά την πρωτοβουλία κινήσεων.
  • Επωφελούμενη της ελληνικής αδράνειας και της ευρωπαϊκής κόπωσης, η γειτονική χώρα μετέφερε το ζήτημα σε επίπεδο ΟΗΕ. Στο πολύ μεγαλύτερο αυτό διεθνές γήπεδο, με πολύ ασθενέστερη την ελληνική φωνή, προτάθηκε και τελικά εντάχθηκε, στις 7 Απριλίου 1993, η νέα χώρα στα Ηνωμένα Έθνη με την ονομασία «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» (Fyrom), με την οποία αναγνωρίστηκε αμέσως από πολλές χώρες. Είναι προφανές ότι η τροπή των εξελίξεων –το ότι η λέξη «Μακεδονία» από συζητήσιμη έγινε εγγενές στοιχείο κάθε συμφωνίας- δεν οφειλόταν αποκλειστικά σε κάποιους ανθέλληνες ξένους.

Όλα αυτά δεν τα θυμίζω τόσο προς απόδοση ευθυνών, όσο για αυτογνωσία. Και με την ελπίδα ότι, στη φάση που βρισκόμαστε σήμερα, δηλαδή με την άλλη πλευρά να είναι επισπεύδουσα, θα αποφευχθεί το έβδομο λάθος, που μπορούσε να λάβει τη μορφή είτε ανιστόρητου εθνικισμού, είτε ανιστόρητης αδιαλλαξίας.

Κώστας Μποτόπουλος*

*Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι Συνταγματολόγος, πρ. Ευρωβουλευτής και Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

thecaller.gr

Νίκος Σίμος

Νίκος Σίμος

Ρήξη - ανατροπή σε ότι μας κρατάει πίσω και μας χαρακτηρίζει σταθερό απότοκο της Οθωμανικής δουλείας
Νίκος Σίμος
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ