«Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, πως θα γενούνε τα σκοτάδια φως; Τι να κάνω εγώ για τους ανθρώπους;» Μαξίμ Γκόρκι απόσπασμα από το διήγημα «Η φλογερή καρδιά του Ντανκό»

0
301

Επιμέλεια της φιλολόγου Ελένης Ζήκου 

(….). Και πέρα, στο βάθος της στέπας, που ήταν μαύρη και τρομερή, σάμπως κάτι να ’κρυβε μέσα της, άναβαν μικρά-μικρά γαλάζια φωτάκια. Πότε εδώ, πότε εκεί, τα φωτάκια αυτά φαίνονταν για μια στιγμή κι αμέσως έσβηναν, σάμπως να ’χαν σκορπιστεί πάνω στη στέπα κάμποσοι άνθρωποι μακριά ο ένας απ’ τον άλλο και να ’ψαχναν να βρουν κάτι, ανάβοντας σπίρτα, που ο αέρας τα ’σβηνε την ίδια στιγμή. Ήταν κάτι πολύ παράξενες γαλάζιες φλογογλωσσίτσες, που σαν να ’θελαν να πουν κάτι παραμυθένιο.

― «Γροικάς κείνες ’κει τις σπίθες;» με ρώτησε η γριά Ίζεργκιλ.

― «Κείνες ’κει τις γαλάζιες;» δείχνοντας κατά τη στέπα, είπα εγώ.

― «Γαλάζιες; Ναι, αυτές είναι… Που θα πει, πετάνε ωστόσο! Ας είναι… Μα ’γώ πια δεν τις γροικώ, δεν μπορώ πια να δω πολλά πράματα…»

― «Και τι είναι αυτές οι σπίθες;» ρώτησα τη γριά. (….)

― «Οι σπίθες αυτές είναι απ’ την ξαναμμένη καρδιά του Ντανκό. Ήταν έναν καιρό στον κόσμο κάποια καρδιά, που μια φορά λαμπάδιασε… κι από την καρδιά κείνη είναι αυτές οι σπίθες. Θα σ’ το διηγηθώ πώς γίνηκε… Είναι κι αυτό ένα παλιό παραμύθι… Παλιό, όλα παλιά! Βλέπεις πόσα πράματα και θάματα γίνονταν τα παλιά χρόνια;… Μα τώρα πια τίποτα τέτοιο δεν ματαβρίσκεται  ̶  μήτε άνθρωποι, μήτε έργα τους, μήτε παραμύθια σαν τα παλιά… Γιατί τάχατες;… Δεν μου λες, γιατί; Μα πώς να μου το πεις αχ… Όμως, αν καλοκοιτάζατε προσεχτικά πίσω σας, στα παλιά χρόνια, θα βρίσκατε ’κει πέρα κάθε εξήγηση. Μα σεις δεν ρίχνετε μήτε μια ματιά ’κει πέρα και για τούτο δε νιώθετε πώς να ζήσετε… Μη δα θαρρείς πως δεν τη βλέπω τη ζωή τη σημερινή; Ωχ, όλα τα βλέπω, κι ας είναι αδύναμα πια απ’ τα γεράματα τα μάτια μου! Βλέπω πως οι άνθρωποι δεν ζούνε. Δεν κάνουν άλλο, παρά συμβιβασμούς με την ύπαρξή τους, χάνοντας έτσι όλες τους τις δυνάμεις. Και σαν κατασπαταλήσουν έτσι δα τον εαυτό τους και περάσει ο καιρός, τότε αρχινάνε να παραπονιούνται για την κακή τους τύχη. Και τι σχέση μπορεί να ’χει η τύχη; Ο κάθε άνθρωπος φτιάχνει μονάχος του την τύχη του. Λογής-λογής ανθρώπους βλέπω σήμερα, μα, να, δυνατούς δε βλέπω! Πού να ’ναι τάχα κρυμμένοι οι δυνατοί;… Κι οι καλοί άνθρωποι όσο πάνε λιγοστεύουν κι αυτοί…»

(…)Περίμενα το παραμύθι της και σώπαινα, γιατί φοβόμουν να της κάνω ερωτήσεις που μπορεί να την παράσερναν σ’ άλλα θέματα.     Και κάποια στιγμή άρχισε να μιλάει:

 

     «Τα πολύ παλιά χρόνια, ο τόπος που κατοικούσαν κάποιοι άνθρωποι ήταν από τρεις μεριές περιφραγμένος με δάση αδιαπέραστα κι απ’ την τέταρτη ξανοιγόταν μια στέπα. Οι άνθρωποι κείνοι ήτανε χαρούμενοι, δυνατοί και θαρρετοί. Μα κάποτε μια μεγάλη συμφορά τους βρήκε. Φυλές άγριες φτάσανε από άλλους τόπους και τους παλιούς κάτοικους κεινούς τους κυνήγησαν και τους στρίμωξαν στα κατάβαθα του δάσους. ’Κει πέρα ήταν βάλτοι και σκοτάδι, γιατί το δάσος ήτανε παλιό, και τα κλαριά των δέντρων τόσο πυκνά είχανε μπλέξει, που κρύβανε τον ουρανό, κι οι ηλιαχτίδες με κόπο κατάφερναν ν’ ανοίξουν κάποιο πέρασμα ανάμεσα από τις πυκνές φυλλωσιές ίσαμε τους βάλτους. Όμως, σαν πέφτανε οι ηλιαχτίδες πάνω στα βαλτόνερα, αναδινόταν μια τόσο τρομερή βρώμα, που απ’ αυτήν οι άνθρωποι πεθαίνανε αράδα.

     Τότες οι γυναίκες και τα παιδιά της φυλής κείνης αρχίσανε να κλαίνε κι οι πατεράδες κυριευτήκανε από πίκρα ανείπωτη. Έπρεπε να φύγουνε από κείνο το δάσος. Και για τούτο δυο ήταν οι δρόμοι: Ο ένας πίσω, στα παλιά τους λημέρια, που ’κει πέρα τώρα βρίσκονταν εχθροί δυνατοί και κακοί, κι ο άλλος μπροστά, που ’κει πέρα ορθώνονταν δέντρα γιγάντια, σφιχταγκαλιασμένα πυκνά-πυκνά, με τα δυνατά κλαριά τους και με τις χοντρές τους ρίζες χωμένες βαθιά μέσα στις λάσπες του βάλτου.

     Κείνα τα πέτρινα δέντρα στέκονταν βουβά κι ακίνητα τη μέρα, μέσα στο γκρίζο σύθαμπο, κι έμοιαζαν σαν να περισφίγγανε πιο πολύ τους ανθρώπους τα βράδια, σαν άναβαν τις φωτιές. Και παντοτινά, ολημερίς κι ολονυχτίς, τριγύρω στους ανθρώπους κεινούς ήταν ένας κρίκος από πυκνό σκοτάδι, που τους έζωνε λες κι ήθελε να τους πνίξει, κι αυτοί ήτανε μαθημένοι στης στέπας την απλοχωριά. Κι ακόμα πιο τρομαχτικά ήτανε σαν φύσαγε αγέρας πάνω στις δεντροκορφές και το δάσος ολάκερο βούιζε πνιχτά, λες και φοβέριζε και τραγούδαγε επικήδειο τραγούδι για κείνους τους ανθρώπους.

     Οι άνθρωποι ωστόσο κείνοι ήτανε αρκετά δυνατοί και θα μπορούσανε να πάνε να πολεμήσουν μέχρι θάνατο με τους άλλους, που μια φορά τους είχανε νικήσει, όμως δεν είχανε το δικαίωμα να σκοτωθούνε στις μάχες, γιατί τηρούσανε κάποιες ιερές διαθήκες, κι άμα χάνονταν αυτοί, μαζί τους θα χάνονταν απ’ τη ζωή κι οι ιερές διαθήκες. Και για τούτον το λόγο, κάθονταν και σκέφτονταν τις ατέλειωτες νύχτες κάτω από το πνιχτό βουητό του δάσους, μέσα στη φαρμακερή βρώμα του βάλτου. Κάθονταν όλοι τους έτσι δα κι οι ίσκιοι από τις φωτιές πηδοκοπούσαν σ’ ένα βουβό χορό και τους φαινόταν πως δεν χόρευαν οι ίσκιοι, μα πως τα κακά πνεύματα του δάσους και του βάλτου πανηγυρίζανε…

     Οι άνθρωποι όλο κάθονταν και σκέφτονταν σιωπώντας. Όμως τίποτα, μήτε η δουλειά, μήτε οι κόποι, δεν αποκάνουν έτσι το κορμί και την ψυχή των αντρών, όπως το αποκάνουν οι σκέψεις, οι σκέψεις οι θλιβερές. Κι αποκάνανε και τούτοι οι δύστυχοι απ’ την πολλή τη σκέψη… Τους κυρίεψε τρομάρα τέτοια, που έκανε τα δυνατά τους χέρια να κρέμουνται ανήμπορα. Οι γυναίκες αύξησαν την τρομάρα, μοιρολογώντας κείνους που πέθαναν απ’ τη βρώμα του δάσους και τρέμοντας για το τι θ’ απογίνουν οι ζωντανοί, έτσι που καταντήσανε από την τρομάρα που τους είχε κυριέψει. Και οι κουβέντες δειλιασμένες αρχινήσανε ν’ ακούγονται μέσα στο δάσος, πολύ σιγανές και δισταχτικές στην αρχή κι ολοένα πιο δυναμωμένες αργότερα… Τώρα πια θέλανε να πάνε ολόισια στον εχτρό, να του προσφέρουν την ανεξαρτησία τους και πια κανένας από κείνους που τρέμανε το θάνατο δε φοβόταν τη ζωή του σκλάβου…

     Μα πάνω σ’ αυτό, φάνηκε ο Ντανκό, και τους έσωσε όλους, αυτός, ο ένας(…)

     «Ο Ντανκό ήταν ένας από δαύτους, νιος κι όμορφος. Οι όμορφοι είναι πάντοτες και τολμηροί. Και τότες, έτσι μίλησε στους συντρόφους του:

     ─ Με τη σκέψη μονάχα δε μετακινιέται η πέτρα. Κι όποιος δεν κάνει τίποτα, ένα τίποτα απομένει κι ο ίδιος. Τι ξοδιάζουμε τις δυνάμεις μας στη σκέψη και στην πίκρα; Σηκωθείτε, ελάτε να τραβήξουμε μέσ’ απ’ το δάσος και να το διαβούμε. Θα ’χει, βέβαια, κάπου το τέλος του κι αυτό. Όλα στον κόσμο έχουν τέλος! Ελάτε! Πάμε! Μπρος!…

     Τον κοιτάξανε οι άλλοι κι είδανε πως ήτανε ο πιο καλύτερος απ’ όλους, γιατί στα μάτια του φεγγοβολούσε πολλή δύναμη και πολύ ζωντανή φλόγα.

     ─ Οδήγησέ μας! του αποκριθήκανε.

     Τότε ο Ντανκό στάθηκε οδηγός τους και ξεκίνησε…»(…)

     «Κι ο Ντανκό τους οδήγησε. Όλοι, με μια καρδιά, τον ακολούθησαν, γιατί πίστευαν σ’ αυτόν. Δύσκολος ήτανε κείνος ο δρόμος! Σκοτάδι παντού. Και στο κάθε βήμα ο βάλτος άνοιγε το αχόρταγο σαπισμένο στόμα, καταπίνοντας τους ανθρώπους. Και τα δέντρα φράζανε το δρόμο, σαν τείχη δυνατά. Τα κλαριά τους ήτανε σφιχτομπλεγμένα. Οι ρίζες τους, ίδια φίδια, ήταν απλωμένες παντού και το κάθε βήμα στοίχιζε πολύν ιδρώτα και αίμα στους ανθρώπους. Προχωρούσανε ώρες πολλές… Το δάσος γινότανε ολοένα και πιο πυκνό, κι ολοένα λιγόστευαν του κόσμου οι δυνάμεις! Και τότε αρχινήσανε να γκρινιάζουν και να τα βάζουν με τον Ντανκό, κατηγορώντας τον πως αυτός, ένας νιος και δίχως πείρα, καταπιάστηκε να τους οδηγήσει κάπου που μήτε ο ίδιος ήξερε καλά-καλά. Μα κείνος προχώραγε μπροστά, πάντα ζωηρός και ξέγνοιαστος.

     Μα κάποια φορά ξέσπασε μπόρα δυνατή στο δάσος κείνο. Τα δέντρα μουρμουρίζανε πνιχτά, απειλητικά. Και τόση σκοτεινιά απλώθηκε στο δάσος μέσα, λες και μαζώχτηκαν ’κει πέρα μονομιάς όλες οι νύχτες, όσες ήτανε στον κόσμο από γεννησιμιού του. Περπατάγανε οι μικροί άνθρωποι ανάμεσα απ’ τα γιγάντια κείνα δέντρα και τα τρομαχτικά αστραπόβροντα. Περπατάγανε. Και τα γιγάντια δέντρα, καθώς κουνιόντανε, τριζομαχούσαν και βούιζαν θυμωμένα τραγούδια. Κι οι αστραπές, πετώντας πάνω από τις δεντροκορφές του δάσους, το φωτίζανε για μια στιγμή με κάποιο γαλάζιο, κρύο φως και χάνονταν με την ίδια γρηγοράδα που ’ρχονταν, κατατρομάζοντας τον κόσμο. Και τα δέντρα, σαν φωτίζονταν με το κρύο φως της αστραπής, έμοιαζαν σαν να ’ταν ζωντανά, που άπλωναν γύρω από τους ανθρώπους, που λαχταρούσαν να ξεφύγουν απ’ την αιχμαλωσία του σκοταδιού, τα ροζιασμένα μακριά χέρια τους και τα ’μπλεκαν σε πυκνό δίχτυ, προσπαθώντας να σταματήσουν τη φυγή. Μα μέσ’ απ’ τη σκοτεινιά των πυκνών κλαριών κοίταζε αυτούς που διάβαιναν κάτι τρομαχτικό, σκοτεινό και ψυχρό. Ήτανε ένας πολύ δύσκολος δρόμος αυτός, κι οι άνθρωποι, αποσταμένοι από δαύτον, λιποψύχησαν. Μα ντρεπόντανε να ομολογήσουν την αδυναμία τους και για τούτο, τυφλωμένοι από κακία και θυμό, τα ’βαζαν με τον Ντανκό, τον άνθρωπο που προσφέρθηκε να γίνει οδηγός τους. Και τον κατηγορούσανε πως δεν ήταν ικανός για τη δουλειά που καταπιάστηκε. Έτσι που λες!

     Σταματήσανε, το λοιπόν, και κάτω απ’ το θριαμβευτικό βουητό του δάσους, μέσα σε κείνο το τρεμουλιαστό μαύρο σκοτάδι, αποσταμένοι κι όλο κακία, αρχινήσανε να βρίζουνε τον Ντανκό.

     ─ Συ, του λέγανε, είσαι ένας τιποτένιος και βλαβερός άνθρωπος για μας! Μας κουβάλησες ίσαμε ’δω και μας κατακούρασες και για τούτο πρέπει να λείψεις!

     ─ Σεις οι ίδιοι είπατε: «Οδήγησέ μας!» κι εγώ στάθηκα οδηγός σας! φώναξε ο Ντανκό, κοιτάζοντάς τους κατάματα και με το στήθος τεντωμένο. Νιώθω πως έχω μέσα μου τη δύναμη να σας οδηγήσω και για τούτο δέχτηκα! Μα σεις; Τι κάνατε σεις όλοι σας, για να βοηθήσετε τον εαυτό σας; Βαδίζατε μονάχα και δεν είχατε τη γνώση να διατηρήσετε τις δυνάμεις σας για δρόμο πιο μακρινό! Σεις μονάχα βαδίζατε, ίδιο κοπάδι πρόβατα!

     Μα τα λόγια τούτα τους αγριέψανε ακόμα πιο πολύ.

     ─ Θα πεθάνεις! Θα πεθάνεις! μουγκρίζανε όλοι.

     Και το δάσος ολοένα βούιζε και βούιζε μαζί με τα ξεφωνητά του κόσμου κι οι αστραπές ξεσκίζανε και κατακουρελιάζανε τη μαύρη σκοτεινιά. Ο Ντανκό κοίταζε κεινούς, που για χατίρι τους ανέλαβε τον αγώνα, κι έβλεπε πως στέκονταν μπροστά του ίδια θεριά. Πλήθος πολύ τον κύκλωνε, μα δεν υπήρχε ευγένεια σε κανενός τη μορφή και δεν μπορούσε να ελπίσει έλεος από δαύτους. Τότε και στη δική του ψυχή ανάβρασε η αγανάχτηση, όμως από συμπόνια για τους άλλους έσβησε παρευθύς. Αγαπούσε τους ανθρώπους και σκέφτηκε πως μπορούσαν να χαθούνε δίχως αυτόν. Και κείνη τη στιγμή στην καρδιά του λαμπάδισε η φλόγα του πόθου να τους σώσει, να τους βγάλει στον καλό δρόμο και τότες στα μάτια του άστραψαν οι αχτίδες κείνης της πανίσχυρης φλόγας… Μα οι άλλοι, βλέποντας την τέτοια αλλαγή στη μορφή του, θαρρέψαν πως ο Ντανκό αγρίεψε και θύμωσε, για τούτο άστραψαν τόσο τα μάτια του, και σταθήκανε προσεκτικοί, ίδιοι λύκοι, προσμένοντας πως θα ριχνόταν να χτυπηθεί μαζί τους και τον κύκλωναν ολοένα πιο σφιχτά και πιο από κοντά, για να ’χουν πιότερη ευκολία να τον αδράξουν και να τον ξεκάνουν. Και κείνος ένιωσε κιόλας την τέτοια σκέψη τους και για τούτο η καρδιά του άναψε ακόμα πιο πολύ, γιατί η σκέψη τους αυτή του ’φερε πίκρα μεγάλη.

     Και το δάσος εξακολουθούσε το σκοτεινό του τραγούδι και τ’ αστραπόβροντα χαλούσαν κόσμο κι η βροχή έπεφτε με το τουλούμι, που λένε…

     ─ «Αν δεν καώ εγώ ‒ αν δεν καείς εσύ ‒ πώς θα γενούνε τα σκοτάδια φως; Τι να κάνω εγώ για τους ανθρώπους;», φώναξε κι απ’ τη βροντή πιο δυνατά ο Ντανκό.

     Και ολομεμιάς ξέσχισε με τα δυο του χέρια τα στήθη, ξερίζωσε μέσα τους την καρδιά του και την κράτησε ψηλά, πάνω από το κεφάλι του.

     Κι η καρδιά του Ντανκό λαμποκοπούσε σαν ήλιος, και πιο πολύ απ’ τον ήλιο, και το δάσος ολάκερο σώπασε εκστατικό, καθώς φωτιζόταν από κείνη τη λαμπάδα της απέραντης αγάπης για τους ανθρώπους. Κι η σκοτεινιά σκορπίστηκε από το φως της το δυνατό και τρεμάμενη χάθηκε βαθιά στο δάσος και ρίχτηκε στο σαπισμένο στόμα του βάλτου. Κι οι άνθρωποι κατάπληχτοι, απόμειναν ακίνητοι, σαν να ’τανε από πέτρα.

    ─ Πάμε! ξεφώνισε ο Ντανκό κι όρμησε μπροστά, στη θέση του, κρατώντας ψηλά την αναμμένη καρδιά του, φωτίζοντας με τη φλόγα της το δρόμο.

     Όλοι ρίχτηκαν πίσω του, σαν μαγεμένοι. Τότες το δάσος ξανάρχισε να βουίζει, κινώντας με κατάπληξη τις δεντροκορφές του, μα το βουητό του το ’πνιξε το ποδοβολητό των ανθρώπων που ’τρεχαν. Όλοι τρέχανε γοργά και θαρρετά, παρασυρμένοι από το θαυμαστό θέαμα της φλογισμένης καρδιάς. Και τώρα πολλοί χάνονταν, μα χάνονταν δίχως παράπονα και κλάψες. Κι ο Ντανκό ήταν πάντα μπροστά, κι η καρδιά του ολοένα έβγανε φλόγες!

     Και ξαφνικά το δάσος πισωπάτησε μπροστά του, πισωπάτησε κι απόμεινε στο βάθος, πυκνό και βουβό, ενώ ο Ντανκό κι όλοι οι άνθρωποι που ’μείναν μαζί του βουτήχτηκαν σε μια θάλασσα ηλιόφωτου και καθαρού αγέρα, που ’χε ξεπλυθεί με τη βροχή. Η μπόρα βρισκότανε πέρα, πίσω τους, πάνω απ’ το δάσος, μα εδώ πέρα άστραφτε ο ήλιος, ανάσαινε η στέπα, λαμποκοπούσανε τα χορταράκια διαμαντοστολισμένα απ’ τη βροχή κι ο ποταμός έλαμπε χρυσαφένιος… Ήταν βράδυ κι απ’ το ηλιοβασίλεμα τα νερά του ποταμού φαίνονταν κόκκινα, σαν το αίμα που ’τρεχε σε καυτερό κύμα απ’ τα ξεσκισμένα στήθια του Ντανκό.

     Κι ο περήφανος λεβεντονιός έριξε μια ματιά πέρα, μπροστά του, στην απεραντοσύνη της στέπας, έριξε μια χαρούμενη ματιά στη λεύτερη γης και γέλασε ευχαριστημένα. Κι ύστερα έπεσε και πέθανε.        

     Κι οι άνθρωποι, χαρούμενοι και πλημμυρισμένοι από μια καινούργια ελπίδα, δεν παρατηρήσανε πως ο Ντανκό πέθανε μηδέ είδανε πως εξακολουθούσε ακόμα δίπλα στο νεκρό Ντανκό να ανάβει η τολμηρή καρδιά του. Μονάχα κάποιος προφυλαχτικός άνθρωπος το παρατήρησε. Και, σαν να φοβήθηκε κάτι, πάτησε με το πόδι του την περήφανη καρδιά… Και τότες η καρδιά σκορπίστηκε σε σπίθες κι έσβησε…»

     Να πούθε βαστάνε αυτές οι γαλάζιες σπίθες, που φαίνονται πριν από τη μπόρα.

Τώρα που η γριά τέλειωσε τ’ όμορφό της παραμύθι, στη στέπα απλώθηκε μια τέτοια σιγαλιά, λες κι είχε απομείνει κι αυτή κατάπληχτη μπροστά στη δύναμη του τολμηρού Ντανκό, που έκαψε την καρδιά του για τους ανθρώπους και πέθανε δίχως να γυρέψει απ’ αυτούς καμιά ανταμοιβή για τον εαυτό του.

(…)Στη στέπα ήταν ήσυχα και σκοτεινά. Πάνω στον ουρανό εξακολουθούσαν να αργοδιαβαίνουν τα σύννεφα πληχτικά… Η θάλασσα βούιζε πνιχτά και θλιμμένα…

Νίκος Σίμος

Ρήξη - ανατροπή σε ότι μας κρατάει πίσω και μας χαρακτηρίζει σταθερό απότοκο της Οθωμανικής δουλείας
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here