Δρ. Νικόλαος Λάος: “ΠΟΙΟΣ ΕΦΗΥΡΕ ΤΟΝ ΤΡΑΜΠΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ QANON;”

0
43

 

Αποκλειστικά στην Ειρήνη Καρύδη

 

Ο Δρ. Νικόλαος Λάος σε συνέντευξη που έδωσε τον περασμένο Δεκέμβρη στο Money & Life αναφέρθηκε στο γνωστό ως κίνημα «Κιού», μετά από αίτημα των αναγνωστών μας, δίνει αποκλειστικά στην δημοσιογράφο Ειρήνη Καρύδη επιπλέον πληροφορίες για το κίνημα αυτό.

 

Μια ακόμη αμερικανική διακυβέρνηση μ.Ο. (μετά Όργουελ) τελείωσε. Αναφέρομαι στη διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, τεσσαρακοστού πέμπτου προέδρου των Η.Π.Α. και αν έπρεπε κυριολεκτικώς να χαρακτηριστεί, θα την ονόμαζα θυμαπάτη και εργαλειακή για λόγους που θα εξηγήσω στο παρόν άρθρο. Θα επιχειρήσω μια συνοπτική ανάλυση αυτού που αποκαλείται «Τραμπισμός» και των οργανωμένων παραφυάδων του, όπως το κίνημα QAnon (ή απλούστερα «Κιού»).

Το ιδρυμένο καπιταλιστικό σύστημα των Η.Π.Α., κατά παράδοση και κατά τη φύση του, παράγει αντιθέσεις. Εξ’ου και η βραβευμένη Αμερικανίδα ιστορικός Jill Lepore (καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ) έχει συγγράψει μια ιστορία των Η.Π.Α. ως μια ιστορία εγγενών αντιφάσεων.

Για παράδειγμα, το ιδρυμένο καπιταλιστικό σύστημα των Η.Π.Α. είναι πολύ αποτελεσματικό στην παραγωγή οικονομικού πλούτου, αλλά και εξίσου ικανό να (ανα)παράγει φτώχεια. Η συνύπαρξη εντυπωσιακών φαινομένων πλούτου και εντυπωσιακών φαινομένων φτώχειας είναι το «σήμα κατατεθέν» του αμερικανικού καπιταλισμού. Η παραγωγή ανισότητας και των συνεπακόλουθων αντιφάσεων, που απορρέουν από αυτή, αποτελεί συστημική επιλογή και συστημικό χαρακτηριστικό του αμερικανικού καπιταλισμού, και όχι μια «αυθόρμητη» διαδικασία.

Επί πλέον, το αμερικανικό σύστημα παράγει μια ακόμη σημαντική αντίφαση: την αντίφαση μεταξύ εκείνων που το εξυμνούν και εκείνων που του ασκούν κριτική, συγκεκριμένα, μεταξύ εκείνων που θέλουν να το διασώσουν και να το συντηρήσουν πάση θυσία και εκείνων που θέλουν να το υπερβούν. Αυτή η αντίφαση καθίσταται ακόμη σαφέστερη και εντονότερη όταν ο αμερικανικός καπιταλισμός εισέρχεται σε μια από τις περιοδικές κρίσεις του, δηλαδή, όταν οι εσωτερικές αντιθέσεις και αντιφάσεις του εκδηλώνονται με εκρηκτικό τρόπο, όπως, π.χ., συνέβη στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα με τη λεγόμενη κρίση των «dot com» (σχάση της χρηματιστηριακής «φούσκας» των εταιρειών πληροφορικής και υψηλής τεχνολογίας), το 2008 με την κρίση της αγοράς τιτλοποιημένων ενυπόθηκων δανείων, που εξελίχθηκε σε παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση, καθώς και το 2020, όταν η καπιταλιστική οικονομική κρίση συνδυάστηκε με μια καταστροφή στον τομέα της δημόσιας υγείας.

Σε τέτοιες συνθήκες κρίσης, όλο και περισσότεροι, κατά εκατομμύρια, αισθάνονται ότι το ιδρυμένο σύστημα προσβάλλει σημαντικά τα συμφέροντά τους, την οικονομική και κοινωνική τους θέση, την αξιοπρέπειά τους και τα δικαιώματά τους και ότι ο βαθμός εκμετάλλευσης και καταπίεσης γίνεται ανυπόφορος, και αρχίζουν, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, να εξεγείρονται εναντίον του ιδρυμένου συστήματος, καθώς συνειδητοποιούν ότι αυτό είναι υπεύθυνο για την κατάστασή τους.

Τότε, όλο και μεγαλύτερο  τμήμα της κοινωνίας στρέφεται προς διανοουμένους που ασκούν κριτική προς το ιδρυμένο σύστημα, οι οποίοι βεβαίως πάντοτε ήταν εκεί και ασκούσαν την κριτική τους, αλλά, σε περιόδους κρίσης, τα θύματα της κρίσης ανακαλύπτουν τους κριτικούς διανοουμένους, διότι, σε περιόδους κρίσης, οι άνθρωποι σκέπτονται περισσότερο, τουλάχιστον για το πώς θα προστατεύσουν και θα ενδυναμώσουν την ύπαρξή τους και, άρα, αναζητούν εναλλακτικές ιδέες και λύσεις.

Έτσι, αναδύεται ένα κοινωνικό κίνημα αμφισβήτησης και αλλαγής του ιδρυμένου συστήματος. Αυτός είναι ο ένας πόλος της αντίφασης. Ο άλλος πόλος της αντίφασης αποτελείται από εκείνες τις κοινωνικο-οικονομικές δυνάμεις που δεν θέλουν να εγκαταλείψουν το ιδρυμένο καπιταλιστικό σύστημα, και, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, είτε σωστά είτε λάθος, έχουν ταυτίσει τα συμφέροντά τους με αυτό. Έτσι, στον καιρό της κρίσης, αυτός ο πόλος θέλει να διασώσει το ιδρυμένο καπιταλιστικό σύστημα.

Ένας από τους τρόπους με τους οποίους το καπιταλιστικό σύστημα προσπαθεί να διασωθεί σε περιόδους κρίσης είναι με το να κάνει προσαρμογές που από κοινού συνθέτουν αυτό που ονομάζεται φασισμός.

Αυτές οι προσαρμογές, οι τακτικοί ελιγμοί, του καπιταλισμού, που συνθέτουν τον φασισμό, συνίστανται σε μια προσπάθεια να εξηγηθούν τα φαινόμενα της κρίσης (π.χ., η μαζική ανεργία, η διευρυνόμενη εισοδηματική ανισότητα, μια υγειονομική κρίση τύπου COVID-19 κ.ο.κ.) με βάση κάτι άλλο, ο,τιδήποτε άλλο, εκτός από το ίδιο το ιδρυμένο καπιταλιστικό σύστημα. Με άλλα λόγια, ο φασισμός είναι ένα εργαλείο μέσω του οποίου, σε περιόδους σοβαρών κρίσεων, ο καπιταλισμός επιχειρεί να ενοχοποιήσει κάποιον άλλο κοινωνικοϊστορικό παράγοντα για τις κρίσεις που το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα παράγει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ιδρυμένο καπιταλιστικό σύστημα επιχειρεί να αποσείσει από επάνω του τις μομφές και να αποκρούσει την κριτική για τις κρίσεις που παράγει.

Για παράδειγμα, όταν ένας λευκός Αμερικανός ευσεβής εργαζόμενος διαπιστώνει ότι η ζωή του καταρρέει και αποδομείται λόγω χρεών, οφειλών, αδυναμίας εξασφάλισης ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για αυτόν και την οικογένειά του και απουσίας καλύτερης προοπτικής για το μέλλον, παρ’ ότι πίστεψε και συμμορφώθηκε στην επικρατούσα αστική-καπιταλιστική αφήγηση, σύμφωνα με την οποία, αν σπουδάσεις, αν εργάζεσαι τίμια και πολύ, αν κάνεις μια ευσεβή οικογένεια, αν υιοθετήσεις τους αστικούς τρόπους κοινωνικού βίου κ.ο.κ., θα δικαιωθείς και θα αμειφθείς καταλλήλως, και όταν το ίδιο συμβαίνει σε εκατομμύρια άλλους λευκούς Αμερικανούς, και σε εκατομμύρια μέλη άλλων κοινωνικών κατηγοριών (εγχρώμους, γυναίκες κ.ο.κ.), τότε δημιουργείται μια μεγάλη κοινωνική ομάδα η οποία είναι θυμωμένη και απογοητευμένη, αλλά συγχρόνως είναι συνδεδεμένη ποικιλοτρόπως με διάφορους καθεστωτικούς θεσμούς οι οποίοι επιδιώκουν συστηματικώς να εκτρέψουν τη σκέψη και γενικώς τη συνείδηση αυτών των θυμάτων της κρίσης από τη ριζική αιτία της κρίσης, που είναι το ιδρυμένο σύστημα, και να εστιάσουν τη σκέψη και γενικώς τη συνείδηση αυτών των θυμάτων της κρίσης σε κάτι άλλο.

Για παράδειγμα, μια ευαγγελική εκκλησία μπορεί να εστιάσει τη σκέψη και γενικώς τη συνείδηση των θυμάτων της κρίσης σε μια θρησκευτική φαντασίωση, ένας μιλιταριστικός θεσμός  μπορεί να εστιάσει τη σκέψη και γενικώς τη συνείδηση των θυμάτων της κρίσης σε έναν εξωτερικό εχθρό (π.χ., στο Ιράν, στην Κίνα, στην «ισλαμική τρομοκρατία» κ.ο.κ.), ένας ηθικοπλαστικός καθεστωτικός ρήτορας (συχνά μέσω πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης) μπορεί να εστιάσει τη σκέψη και γενικώς τη συνείδηση των θυμάτων της κρίσης σε αφηγήσεις για την ανηθικότητα της ιδιωτικής ζωής ορισμένων μελών των ελίτ (ωσάν η ηθική του ιδρυμένου συστήματος καθ’ εαυτό να είναι καλύτερη), ένας «νεοεποχίτης» καθεστωτικός ρήτορας (συχνά μέσω πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης) μπορεί να εστιάσει τη σκέψη και γενικώς τη συνείδηση των θυμάτων της κρίσης σε αόριστες αφηγήσεις περί δυσαρμονιών και σε τρομολάγνες αφηγήσεις περί μυθικών τεράτων (π.χ., «Νεφελίμ») ή και εξωγήινων οντοτήτων, ένας ρατσιστής καθεστωτικός ρήτορας (συχνά μέσω πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης) μπορεί να εστιάσει τη σκέψη και γενικώς τη συνείδηση των θυμάτων της κρίσης σε αφηγήσεις που δαιμονοποιούν συγκεκριμένες βιολογικές ή/και πολιτιστικές κατηγορίες (οπότε έχουμε να κάνουμε αντιστοίχως με βιολογικό ρατσισμό ή/και πολιτιστικό ρατσισμό) κ.ο.κ.

Ο σκοπός αυτών των τακτικών ελιγμών του καπιταλισμού, που συναποτελούν τον φασισμό, είναι να πείσουν όλο και περισσότερους ανθρώπους να μετατρέψουν τη θυματοποίησή τους από το ιδρυμένο κοινωνικό σύστημα σε επιθετικότητα εναντίον άλλων στόχων, που αποβαίνουν «αποδιοπομπαίοι τράγοι», προκειμένου το ιδρυμένο κοινωνικό σύστημα καθ’ εαυτό να μείνει στο απυρόβλητο της κριτικής αναφορικώς με την υφιστάμενη οικονομικο-κοινωνική δυσπραγία.

Όταν η προαναφερθείσα διαδικασία δαιμονοποίησης «Άλλων» για τα δεινά που απορρέουν από τις κρίσεις του ιδρυμένου καπιταλιστικού συστήματος, προκειμένου να μην αμφισβητηθεί το ίδιο το ιδρυμένο καπιταλιστικό σύστημα, λαμβάνει ακραία μορφή, τότε εγκαθιδρύεται ένα φασιστικό καθεστώς.

Ο ρόλος, η αποστολή, του φασισμού είναι να αποδώσει τις κρίσεις του ιδρυμένου καπιταλιστικού συστήματος σε κάποιους, ανά περίπτωση, «αποδιοπομπαίους τράγους», όπως οι μετανάστες, οι ξένοι, το εξωτερικό εμπόριο, οι γεωστρατηγικοί ανταγωνιστές, οι «κακές» μειονότητες, οι «συνωμοσίες» κάποιων επιμέρους ελίτ κ.ο.κ. Όταν, μάλιστα, έχουμε να κάνουμε με ένα επιδέξια καταστρωμένο φασιστικό σχέδιο, όλες αυτές οι επιμέρους φασιστικές αφηγήσεις συντίθενται στο ηγετικό-κυβερνητικό πρόγραμμα ενός «ισχυρού ηγέτη», ο οποίος συγκεντρώνει όλους μαζί τους προαναφερθέντες «αποδιοπομπαίους τράγους» και τους επιδεικνύει-καταγγέλλει στην κοινωνική μάζα ως στόχους-εχθρούς, και τότε, σαν ένας μεσαιωνικός ιππότης ή, ακριβέστερα, σαν ένα υπερηρωικό καρτούν, ο «ισχυρός ηγέτης» αναλαμβάνει να εκστρατεύσει εναντίον τους, υποσχόμενος ότι η έκβαση αυτής της σύγκρουσης θα είναι η παλινόρθωση κάποιας χαμένης καλής παραδοσιακής κοινωνίας, η οποία, φυσικά, δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ρομαντικό παραμύθι.

Εξ ου και ο φασίστας ηγέτης ζητεί αυξημένη προσωποπαγή εξουσία, προκειμένου να πολεμήσει όλους αυτούς τους «αποδιοπομπαίους τράγους» και έτσι, υποτίθεται, να λύσει τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και ο Ντόναλντ Τραμπ.

Δεν εφηύρε ο Ντόναλντ Τραμπ τον αμερικανικό φασισμό. Άλλωστε, ο Τραμπ δεν διαθέτει το διανοητικό υπόβαθρο για τέτοιου είδους εφευρέσεις. Τουναντίον, ο αμερικανικός φασισμός, ως συνιστώσα του ιδρυμένου αμερικανικού καπιταλισμού, βρήκε τον Ντόναλντ Τραμπ και τον αξιοποίησε, ως πολιτικό εργαλείο και σενάριο, στο πλαίσιο μιας μεγάλης συστημικής κρίσης, προκειμένου να υπονομεύσει και να αποτρέψει οποιαδήποτε τάση συστημικής αμφισβήτησης και αλλαγής.

Στο πλαίσιο του «Τραμπισμού», ως πολιτικού έργου (project), αξιοποιήθηκε εκτενώς η τεχνική των θεωριών συνωμοσίας. Μια από τις πιο επιδραστικές θεωρίες συνωμοσίας που εξαπλώθηκαν στο πλαίσιο του Τραμπισμού προωθήθηκε από το δίκτυο QAnon, γνωστό ως κίνημα «Κιού,» στο οποίο αναφέρθηκα σε συνέντευξή μου που δημοσιεύθηκε στην παρούσα ενημερωτική-ειδησεογραφική ιστοσελίδα (Money & Life, 22 Δεκεμβρίου 2020).

Αξίζει να αναφερθεί, επιπροσθέτως, ότι το κίνημα «Κιού» (το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε δημοσίως το 2017), εκκινώντας ως μια ψυχολογική επιχείρηση για την προώθηση του Τραμπισμού μέσω της φασιστικής ρητορικής που ανέλυσα προηγουμένως, τείνει να αυτονομηθεί μερικώς και να υπερβεί τον Ντόναλντ Τραμπ, επιβιώνοντας ως ένα προπαγανδιστικό πολυεργαλείο στη διάθεση ποικίλων φασιστικών στοιχείων, κάποια από τα οποία νοσταλγούν και υπερασπίζονται τη διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ καθ’ εαυτήν, ενώ κάποια άλλα αντιλαμβάνονται τη φασιστική αποστολή τους ανεξαρτήτως από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ, στο πλαίσιο, λ.χ., ακροδεξιών ομάδων ευαγγελικών εκκλησιών, ακροδεξιών φραξιών του Βατικανού, ακροδεξιών πετρελαϊκών και στρατιωτικο-βιομηχανικών λόμπι, ακροδεξιών παραγόντων του σιωνιστικού χώρου, αλλά και άλλων δρώντων που, μέσω του φασισμού, επιδιώκουν να προωθήσουν άλλες επιμέρους δικές τους ατζέντες ή και να εκδηλώσουν δυναμικά την πολιτική τους παράνοια. Εξ ου και, διαβλέποντας ότι η ψυχολογική επιχείρηση «Κιού» τείνει να βγει εκτός ελέγχου (όπως συνέβη και με ορισμένες τζιχαντιστικές ισλαμικές οργανώσεις τις οποίες στήριξε και χρησιμοποίησε το αμερικανικό κατεστημένο για να προωθήσει την πολιτική του στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου), το FBI αντιμετωπίζει πλέον το κίνημα «Κιού» ως μια εσωτερική απειλή εθνικής ασφάλειας για τις Η.Π.Α.

Πολλά θύματα της μεγάλης συστημικής κρίσης γίνονται επί πλέον θύματα του δικτύου Κιού, διότι το «τυπικό» θύμα των Κιού (ανεξαρτήτως του διανοητικού και του εκπαιδευτικού επιπέδου του, που μπορεί να είναι ακόμη και αξιόλογο) είναι ένα άτομο που έχει βιώσει μια σοβαρή ανατροπή στη ζωή του, έχει συσσωρεύσει σημαντικές ματαιώσεις και ισχυρή απογοήτευση, και, γι’ αυτόν τον λόγο, είναι ευεπίφορο σε «λύσεις απελπισίας» τύπου Κιού/Τραμπισμού.

Επίσης, η κοινότητα των Κιού, όπως διάφορες σέκτες και επιτήδειες «κλειστές» αδελφότητες γενικώς, προσφέρει μια αίσθηση οικογένειας και ισχυρής ταυτότητας σε απογοητευμένους και σε περιθωριοποιημένους ανθρώπους, μια προοπτική αλληλεγγύης σε ανασφαλείς ανθρώπους, μια καινούργια ευκαιρία κερδοσκοπίας σε κερδοσκόπους (τόσο υπό την υλική όσο και υπό την πνευματική έννοια), καθώς και μια έξαρση του φαντασιακού σε ανθρώπους που εμφορούνται από μωροφιλοδοξίες για την απόκτηση μυστικών και για τη διεξαγωγή μεγάλων επίκαιρων «σταυροφοριών». Εκμεταλλευόμενοι τις σκοτεινές απωθήσεις που έχουν συσσωρευθεί στον ψυχισμό διαφόρων ανθρώπων και, επικαιροποιώντας, με νέους τρόπους, νέους στόχους και νέα σενάρια, τα «κυνήγια μαγισσών» που διεξήγαν οι Πουριτανοί τον δέκατο έβδομο αιώνα και την «Ιερή Εξέταση» που διεξήγαν οι Ρωμαιοκαθολικοί τον μεσαίωνα, οι διαχειριστές και οι κήρυκες των προπαγανδιστικών μηχανισμών του Τραμπισμού γενικώς και των Κιού ιδιαιτέρως, διακηρύσσουν εμπαθώς φανταστικά κυνήγια παιδόφιλων, φανταστικές φυλακίσεις και ποινικές διώξεις εναντίον διεφθαρμένων πολιτικών και τραπεζιτών, φανταστικές καταδιώξεις «λίμπεραλ» συνωμοτών και άλλα παρόμοια.

Το δίκτυο Κιού έχει ευστόχως χαρακτηριστεί σαν ένα πονηρά σχεδιασμένο «μπουφέ» από το οποίο το κάθε θύμα του αντλεί αυτό που θέλει. Όπως λέει μια λαϊκή ελληνική ρήση, «από όλα και όλους έχει ο μπαχτσές»… Εξ ου και το δίκτυο Κιού στρατολογεί μέλη συνεχώς και από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες. Επίσης, έχουν ήδη παρατηρηθεί πολλές περιπτώσεις οικογενειακών και φιλικών δεσμών που έχουν διαρραγεί ή διαλυθεί επειδή κάποιο μέλος που προσηλυτίστηκε από τους Κιού αποξενώθηκε από τα μέλη της οικογένειάς του ή/και τους φίλους του που δεν ακολούθησαν την ίδια οδό.

Στο πλαίσιο των Κιού και παρόμοιων ψυχολογικών επιχειρήσεων, ένα σημαντικό τμήμα θυμάτων της μεγάλης συστημικής κρίσης χάνει τόσο τη δυνατότητα ορθολογικής ανάλυσης της πραγματικότητας όσο και τη δυνατότητα ορθολογικής και αποτελεσματικής ιστορικής δράσης.

Ακυρώνεται πνευματικά και ιστορικο-πολιτικά, μετατρεπόμενο σε μια τυφλά χειραγωγούμενη ανθρωπομάζα. Αυτή είναι, άλλωστε, η αποστολή της οργάνωσης Κιού, έστω κι αν πλέον, όπως προανέφερα, υπάρχουν διάφορες δυνάμεις που επιδιώκουν να αξιοποιήσουν αυτό το «περιουσιακό στοιχείο» και, γενικώς, τον νέο φασισμό (ο οποίος συντίθεται με στοιχεία της λεγόμενης μετανεοτερικότητας), προκειμένου, παράλληλα με τη διάσωση του ιδρυμένου καπιταλιστικού συστήματος, να προωθήσουν και επιμέρους δικούς τους σκοπούς η καθεμιά. Άλλωστε, υπάρχουν διάφοροι ενδοκαπιταλιστικοί ανταγωνισμοί αναφορικώς με την κατανομή των θέσεων στην πυραμίδα της καπιταλιστικής ιεραρχίας.

Βιογραφικό:
Ο Δρ. Νικόλαος Λάος είναι φιλόσοφος, μαθηματικός και σύμβουλος νοοπολιτικής. Αυτόν τον καιρό, σε συνεργασία με έναν από τους μεγαλύτερους αμερικανικούς επιστημονικούς εκδοτικούς οίκους, ετοιμάζει την έκδοση μιας μεγάλης μελέτης στα θεμέλια της φιλοσοφίας και των μαθηματικών με σκοπό την επίτευξη μιας γενικής θεωρίας της πραγματικότητας.

 

moneyandlife.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ