Το πυρωμένο αποτύπωμα του ”ΟΧΙ” στην ελληνική σημαία

0
15

‟Σε μια εποχή απογυμνωμένη από ιδανικά, οράματα και ηθικά ερείσματα, είναι παρήγορο πως τιμάται ακόμα ”ένα τεμάχιο υφάσματος φέροντος εμβλήματα και χρώματα ιδιάζοντα εις έθνος ή λαό” (τον ελληνικό, εν προκειμένω)”, μου έλεγε τις προάλλες που τον συνάντησα παλαιός συνάδελφος καθηγητής, όταν τον ενημέρωσα πως θα εκφωνήσω τον πανηγυρικό της ημέρας στο σχολείο τιμώντας ταυτόχρονα τη γιορτή της σημαίας και την επέτειο του ”ΟΧΙ”.

Ήταν φανερά συγκινημένος στην ανάμνηση των δικών του ομιλιών για την 28η Οκτωβρίου και γι’ αυτό μου θύμιζε με λυγισμένη φωνή αποσπάσματα εκείνων:

‟[…] Αυτό το ασπρογάλαζο πανί ενσαρκώνει τους ιερούς αγώνες του Ελληνισμού στο διάβα της μακραίωνης ιστορίας του. Ενσαρκώνει τα όνειρα και τα ιδανικά του • τους ακατάλυτους δεσμούς της ελληνικής πατρίδας και της θρησκείας μας, αλλά και τις πανανθρώπινες ιδέες της αγάπης, της ειρήνης και της ελευθερίας…”

‟Είναι όλα αυτά μαζί”, σκεφτόμουν ώρες αργότερα καθώς έγραφα την ομιλία μου, ‟αλλά είναι προπάντων η ιστορία που κουβαλάει το σύμβολο της πατρίδας μας, το οποίο καθιερώθηκε σαν επίσημη ελληνική σημαία στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1822), για να εκφράσει την ψυχή του λαού μας, τους πόνους και τις λαχτάρες του, τους πόθους και τις χαρές του.

Είναι η σημαία των ηρώων του Μεσολογγίου, των θαλασσομάχων του Κανάρη, των παλικαριών του Παύλου Μελά, των βαλκανιομάχων του ’12-’13 και των αγωνιστών του ’40-’41. Η σημαία με την οποία τυλίχθηκε ο 17χρονος Έλληνας-φρουρός της Κωνσταντίνος Κουκίδης, επιλέγοντας να πέσει μαζί της απ’ τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης παρά να την παραδώσει στους Γερμανούς κατακτητές που τη ζητούσαν (24/04/’41).

Είναι η σημαία που με το ουράνιο χρώμα της υποδηλώνει τη θεότητα των αγώνων του έθνους μας και την αγνότητα του σκοπού των αγωνιζόμενων Ελλήνων, ενώ με τις εννέα ταινίες της αντιπροσωπεύει τις εννέα συλλαβές του όρκου ”Ελευθερία ή Θάνατος” των παλικαριών της Επανάστασης του 1821.

Η ίδια, σαν σύμβολο, εκπέμπει τη δίψα των Ελλήνων για ελευθερία, αγωνιστική αποφασιστικότητα, φιλοπατρία και αίσθηση του καθήκοντος. Αίσθηση που συνίσταται στη διαφύλαξη των προγονικών αξιών και της αρετής τους.

Της αρετής που κρύβεται στις πτυχές της σημαίας μας, με λάβαρο την οποία οι Έλληνες δόξασαν την Ελλάδα διαχρονικά και δοξάστηκαν παγκοσμίως γράφοντας με χρυσά γράμματα σελίδες της ιστορίας της, όπως το έπος του ’40.

Το έπος που είχε πρωταγωνιστές:

• Τους Έλληνες στρατιώτες που με το χαμόγελο στα χείλη πορεύονταν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου προς το ελληνοαλβανικό μέτωπο, για να δώσουν τον υπέρ πάντων αγώνα τους κατά των Ιταλών φασιστών.

• Τους άφοβους μαθητές που ξεχύθηκαν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν τις πρώτες ελληνικές νίκες και την απελευθέρωση της Βορείου Ηπείρου και να γράψουν συνθήματα στους τοίχους της Αθήνας υπό τον βαρύ ίσκιο των ιταλικών βομβαρδιστικών.

• Τους Έλληνες ναυμάχους και αεροπόρους μας που έσχιζαν τα πέλαγα και τους αιθέρες υπερασπίζοντας με αυταπάρνηση την ελληνική επικράτεια. Και…

• Τις γυναίκες-μάνες της Πίνδου των κακοτράχαλων βουνών της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας (Ζαγόρι, Πωγώνι, Φούρκα, Πεντάλοφο, Επτάλοφο, Βούρμπιανη, Αγία Παρασκευή κλπ), οι οποίες με ή χωρίς μουλάρια μετέφεραν κατά φάλαγγες (αφηφώντας το κρύο, τη βροχή και το χιόνι που πάγωνε στον αέρα) τρόφιμα, ρούχα και πολεμοφόδια στους φαντάρους-πολεμιστές μας, καθώς τίποτα δεν περίσσευε. Τα κλινοσκεπάσματα ήταν μετρημένα και τα πιο πολλά ψειριασμένα,  και ό,τι υπήρχε από γκέτες, αρβύλες και υπόλοιπο ιματισμό ήταν ”ακατάλληλο πολεμικό υλικό του  Α’ Παγκοσμίου Πολέμου”.

Ως ακατάλληλες οι αρβύλες, μάλιστα, διαλύονταν καθ’ οδόν και, καθώς τα μέσα μεταφοράς ήταν ανεπαρκή, τα κρυοπαγήματα των στρατιωτών μας έδιναν κι έπαιρναν, με αποτέλεσμα να γίνουν χειρότερος εχθρός από τον πάνοπλο Ιταλό.

‟[…] Κι οι μάνες τα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν / Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν / και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες / κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους / κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε, / μ’ αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα / κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες στα σύννεφα / χάνονταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ’ την άλλη”*, έγραφε ο Νικηφόρος Βρεττάκος σαν φόρο τιμής στις γυναίκες που είχαν το δικό τους μερίδιο στην εποποιία του 1940.

Από τότε πέρασαν ογδόντα δύο χρόνια. Ογδόντα δύο χρόνια  απ’ το ηρωικό ”ΟΧΙ” του Μεταξά και των Ελλήνων που ρεζίλεψε τον Άξονα στην Αλβανία. Ογδόντα δύο χρόνια από τότε που μια μικρή χώρα, η πατρίδα μας, έδειξε το δρόμο της τιμής και του καθήκοντος σε όλους τους φιλελεύθερους λαούς της γης.

Ογδόντα δύο χρόνια από την ημέρα που μια φούχτα Έλληνες στήλωσαν το ανάστημά τους στον θρασύτατο Ντούτσε και απέδειξαν με την αγωνιστικότητα και την ανδρεία τους πως ”οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες”** είτε έχουν απέναντί τους τη φασιστική Ιταλία του ’40 είτε την ναζιστική Γερμανία του ’41 ή τον προαιώνιο εχθρό τους Τουρκία.

– Δώστε μας τη χώρα σας, τη λευτεριά και την τιμή σας, αν δε θέλετε να σας κάνουμε στάχτη, μας είχε προειδοποιήσει απειλητικά με καμουφλαρισμένο, ύπουλο χτύπημα (τορπιλισμός ”Έλλης”, 15 Αυγούστου 1940) ο Μουσολίνι.

Ογδόντα δύο χρόνια μετά ακούμε να εκτοξεύονται εναντίον μας παρόμοιες ιαχές πολέμου (εξ Ανατολών αυτήν τη φορά) με κήρυκα ανθελληνισμού τον Ταγίπ Ερντογάν της διπλανής πόρτας …

– […] Θα πάθετε ό,τι και οι πρόγονοί σας πριν 100 χρόνια — Μπορεί να έρθουμε ξαφνικά ένα βράδυ… — Αυτό το πράγμα (εν. το όριο, η υπομονή της Τουρκίας) δεν έχει ημερομηνία και… θα καταγραφεί στην Ιστορία…, μας φοβερίζει κλιμακώνοντας τις διεκδικήσεις του με όπλο τον αναθεωρητισμό του.

Ζούμε σε επικίνδυνους καιρούς, πράγματι. καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος μετατροπής του ρωσο-ουκρανικού πολέμου από τοπική σύρραξη (προϊόν εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία) σε Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της σύγκρουσης Ανατολής-Δύσης υπό τη σκιά μιας πυρηνικής απειλής.

Σαράντα οχτώ χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και είκοσι έξι απ’ την αιματηρή πρόκληση των Ιμίων (1996) — η Ελλάδα έρχεται αντιμέτωπη, για πρώτη φορά, με το πιο φιλοπόλεμο πρόσωπο της Τουρκίας το οποίο καθρεφτίζεται στο πρόσωπο του αναθεωρητή Προέδρου της, Ταγίπ Ερντογάν.

Με δεδομένο αυτό, καλούμαστε οι Συνέλληνες — σε ανάμνηση της Δόξας του ’40 — να επαναλάβουμε ένα νέο ”ΟΧΙ” σαν εκείνο του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι και της γενιάς των ηρώων του Αλβανικού Έπους και της Εθνικής μας Αντίστασης. Ένα ”ΟΧΙ” χαραγμένο, σαν πυρωμένο αποτύπωμα, στο εθνικό σύμβολο του έθνους μας, την ελληνική σημαία.

 

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ

 

 * Απόσπασμα του ποιήματοςΓυναίκες της Πίνδου” (Μάνα και γιος) του Νικηφόρου Βρεττάκου

 **  ”Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες”: ρήση του Ουίνστον Τσώρτσιλ, Βρετανού πρωθυπουργού κατά την περίοδο 1940-’45

 

Κρινιώ Καλογερίδου

iskra.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ